Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

παρέκταση

Φοβοῦ τὸ γῆρας, οὐ γὰρ ἔρχεται μόνον -> Fear old age, for it never comes alone
Menander

Greek Monolingual

η / παρέκτασις, -άσεως, ΝΑ παρεκτείνω
1. προσθήκη τμήματος σε ένα σύνολο για να συμπληρωθεί ή να επιμηκυνθεί, έκταση σε μήκος, επέκταση, επιμήκυνση («χρονικὴ παρέκτασις», Σέξτ. Εμπ.)
2. γραμμ. η επαύξηση του συνολικού αριθμού τών συλλαβών μιας λέξης με την προσθήκη ή παρένθεση άλλης συλλαβής λ.χ. ἀδελφεός < δελφός.