Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

παρέλευση

Revision as of 12:14, 29 September 2017 by Spiros (talk | contribs) (31)
(diff) ← Older revision | Latest revision (diff) | Newer revision → (diff)
Ὁ δ' ἀνεξέταστος βίος οὐ βιωτὸς ἀνθρώπῳ -> The unexamined life is not worth living
Plato, Apology of Socrates 38a

Greek Monolingual

η / παρέλευσις, -εύσεως, ΝΜ
1. το πέρασμα κοντά ή μπροστά από κάτι, η διάβαση
2. (για χρόνο και για υποδιαιρέσεις του) πάροδοςμετά την παρέλευση αρκετού χρονικού διαστήματος»)
μσν.
μτφ. ο θάνατος.
[ΕΤΥΜΟΛ. < παρ(α)- + ἔλευσις «ερχομός» (πρβλ. μετ-έλευσις)].