Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

παρέλευση

Γηράσκω δ᾽ αἰεὶ πολλὰ διδασκόμενος -> I grow old always learning many things
Solon the Athenian

Greek Monolingual

η / παρέλευσις, -εύσεως, ΝΜ
1. το πέρασμα κοντά ή μπροστά από κάτι, η διάβαση
2. (για χρόνο και για υποδιαιρέσεις του) πάροδοςμετά την παρέλευση αρκετού χρονικού διαστήματος»)
μσν.
μτφ. ο θάνατος.
[ΕΤΥΜΟΛ. < παρ(α)- + ἔλευσις «ερχομός» (πρβλ. μετ-έλευσις)].