Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

παραποιώ

Revision as of 12:55, 15 February 2019 by Spiros (talk | contribs) (Text replacement - "τοῡ" to "τοῦ")
(diff) ← Older revision | Latest revision (diff) | Newer revision → (diff)
Μή, φίλα ψυχά, βίον ἀθάνατον σπεῦδε, τὰν δ' ἔμπρακτον ἄντλει μαχανάν -> Oh! my soul do not aspire to eternal life, but exhaust the limits of the possible
Pindar, Pythian, 3.61f.

Greek Monolingual

παραποιῶ, -έω, ΝΜΑ
κάνω κάτι όμοιο με κάτι άλλο για να εξαπατήσω κάποιον, κατασκευάζω κάτι κατ' απομίμηση για εξαπάτηση, νοθεύω, κιβδηλεύωπαραποιώ νόμισμα» — παραχαράσσω νόμισμα)
νεοελ. διαστρεβλώνω, αλλοιώνω («παραποίησε το νόημα του αποσπάσματος δημοσιεύοντάς το ελλιπές»)
μσν.-αρχ.
ιδιοποιούμαι κάτι μεταβάλλοντας το, απομιμούμαι («πολλὰ δὲ τῶν Ξάνθου παραπεποίηκεν ὁ Στησίχορος, ὥσπερ τὴν Ὀρέστειαν καλουμένην», Αθήν.)
αρχ.
1. τροποποιώ ελαφρώς («τὸ δὲ ἄλσος τὸ ἱερὸν τοῦ Διός, παραποιήσαντες τὸ ὄνομα, Ἄλτιν... καλοῡσι», Παυσ.)
2. κάνω παρωδία («τοιγαροῡν οὐ κακῶς τις παρεποίησε τῶν σαπρῶν τούτων ποιητῶν», Δίων Χρυσ.)
3. εισάγω ως επεισόδιο σε κάποιο ποίημα
4. (μέσ. με ενεργ. σημ.) παραποιοῡμαι, -έομαι
νοθεύω, κιβδηλεύω.