Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

παραφυάδα

Revision as of 12:14, 29 September 2017 by Spiros (talk | contribs) (31)
(diff) ← Older revision | Latest revision (diff) | Newer revision → (diff)
Ἦθος ἀνθρώπῳ δαίμων -> A man's character is his fate
Heraclitus, fr. B 119 Diels

Greek Monolingual

η / παραφυάς, -άδος, ΝΜΑ
νέος βλαστός που αναπτύσσεται από το υπόγειο τμήμα του κορμού ή από τη ρίζα του φυτού, κατά μήκος της επιφάνειας του εδάφους και δίνει γένεση σε νέα φυτάρια, κν. παραπούλι, παραβλάσταρο, κωλορίζι
2. μτφ. διακλάδωση, παρακλάδι
μσν.
μτφ. (στη λογ.) υποδιαίρεση
αρχ.
(σχετικά με ζώα)
1. διακλάδωση φλέβας
2. κάθε απόφυση, όπως τών ποδιών του αστακού κ.ά.
[ΕΤΥΜΟΛ. < παραφύω + επίθημα -ός, -άδος
(πρβλ. απο-φυάς)].