Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

πατητήρι

Ὄττω τις ἔραται → Whatever one loves best | Whom you desire most
Sappho

πατητήριον

Greek Monolingual

το / πατητήριον, ΝΑ
ο ληνός, κατασκευή ξύλινη ή κτιστή όπου πατιούνται τα σταφύλια.
[ΕΤΥΜΟΛ. < πατῶ + επίθημα -ήριον (πρβλ. ορμη-τήριον].