Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Difference between revisions of "περινοῶ"

Ἦθος ἀνθρώπῳ δαίμων -> A man's character is his fate
Heraclitus, fr. B 119 Diels
(Created page with "{{LSJ1 |Full diacritics=περινοῶ |Medium diacritics=περινοῶ |Low diacritics=περινοώ |Capitals=ΠΕΡΙΝΟΩ |Transliteration A=perinoō̂ |Transliterati...")
 
(No difference)

Latest revision as of 16:58, 9 February 2020

Full diacritics: περινοῶ Medium diacritics: περινοῶ Low diacritics: περινοώ Capitals: ΠΕΡΙΝΟΩ
Transliteration A: perinoō̂ Transliteration B: perinoō Transliteration C: perinoo Beta Code: perinow=

English (LSJ)

περινοέω

   A contrive cunningly, Ar.Ra.958 ; μεγάλα ταῖς ἐλπίσι περινοέω = cherish great anticipations, form great projects, Plu.Phoc.14 ; τὴν αὐτοκράτορα ἀρχὴν περινοέω == meditate empire, Philostr.VA5.27 ; περινοησάτω ὅπως… prob. in Diocl.Com. 14:—Pass., περινενοημέναι ἔννοιαι Hermog.Id.2.9, cf. 5.    II consider on all sides, consider well, study carefully, Epicur.Nat.11.6; πάντα τὸν κίνδυνον Plu.Brut.13, cf. Hierocl.in CA23p.469M.; understand a thing, M.Ant.1.7, S.E.M.2.9.

German (Pape)

[Seite 583] (s. νοέω), von allen Seiten bedenken, überlegen; ἅπαντα, Ar. Ran. 956; τὸν κίνδυνον, Plut. Brut. 12; S. Emp. adv. rhett. 9.

Greek (Liddell-Scott)

περινοέω: εὐφυῶς ἐπινοῶ, Ἀριστοφ. Βάτρ. 958· π. τὰ μεγάλα ταῖς ἐλπίσιν, σχηματίζω μεγάλα σχέδια, Πλουτ. Φωκ. 14. ΙΙ. θεωρῶ τι πανταχόθεν, σκέπτομαι καλῶς, τι ὁ αὐτ. ἐν Βρούτ. 13· ἐννοῶ τι, Μᾶρκ. Ἀντωνῖν. 1. 7.

French (Bailly abrégé)

περινοῶ;
1 rouler dans son esprit, méditer, acc.;
2 considérer sous toutes ses faces.
Étymologie: περί, νοέω.

Greek Monotonic

περινοέω: μέλ. -ήσω·
I. επινοώ ευφυώς, σε Αριστοφ.
II. εξετάζω από όλες τις πλευρές, σκέφτομαι πολύπλευρα ή σφαιρικά, σε Πλούτ.

Dutch (Woordenboekgrieks.nl)

περι-νοέω overdenken:. μεγάλα ταῖς ἐλπίσι περινοῶν ὁ Φίλιππος Philippus, die grootse verwachtingen koesterde Plut. Phoc. 14.3.

Russian (Dvoretsky)

περινοέω:
1) обдумывать, рассматривать (τὸν κίνδυνον Plut.);
2) задумывать, замышлять (πολλὰ καὶ μεγάλα τῇ γνώμῃ π. Plut.): π. τὰ μεγάλα ταῖς ἐλπίσιν Plut. лелеять великие замыслы.

Middle Liddell

fut. ήσω
I. to contrive cunningly, Ar.
II. to consider on all sides, consider well, Plut.