Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

περιποιώ

Revision as of 12:55, 15 February 2019 by Spiros (talk | contribs) (Text replacement - "τοῡ" to "τοῦ")
(diff) ← Older revision | Latest revision (diff) | Newer revision → (diff)
Μολὼν λαβέ -> Come and take them
Plutarch, Apophthegmata Laconica 225C12

Greek Monolingual

περιποιῶ, -έω, ΝΜΑ
νεοελλ.
παρέχω, δίνω (α. «η παρουσία σας μάς περιποιεί μεγάλη τιμή» β. «σφόδρ' ἄν Αρτεμισίαν πειραθῆναι περιποιῆσαι Ῥόδον αὐτῷ», Δημοσθ.)
νεοελλ.
1. (κυρίως το μέσ.) περιποιούμαι και περιποιέμαι
α) παρέχω περιποίηση, εξυπηρετώ, φροντίζω, επιμελούμαι (α. «στο καινούργιο ξενοδοχείο μάς περιποιήθηκαν εξαιρετικά» β. «περιποιείται καθημερινά τα μαλλιά της»)
β) ανταποδίδω σε κάποιον τη συμπεριφορά που του αξίζει, του φέρομαι με σκληρότητα
2. φρ. «περιποιούμαι την εμφάνισή μου» — φροντίζω να είμαι ευπρεπώς και κομψά ντυμένος
3. (η μτχ. μέσ. ενεστ.) περιποιημένος, -η, -ο
α) (για πρόσ.) αυτός που έχει ευπρεπή και φροντισμένη εμφάνιση
β) (για πράγμ.) φροντισμένος, καλοφτειαγμένος, πολύ καλής ποιότητας
μσν.-αρχ.
(το ενεργ., μέσ. και παθ.) πετυχαίνω κάτι ή κερδίζω, αποκτώ κάτι (α. «περιποιῆσαι ἑαυτῷ ὄνομα αἰώνιον», ΠΔ
β. «περιποιεῑσθαι παρὰ τοῦ πλήθους δόξαν ὡς εἰσὶ δημοτικοί», Δημοσθ.
γ. «χρήματα περιποιηθησόμενα», Κώδ. Ιουστιν.)
αρχ.
1. κάνω κάτι να παραμείνει και πέρα από ένα ορισμένο σημείο, διατηρώ, διασώζω («ἐξ ὅσων κακῶν καὶ πολέμου ὑμᾱς αὐτοὺς περιεποιήσατε καὶ τὴν πόλιν», Λυσ.)
2. (σχετικά με χρήματα και τρόφιμα) αποταμιεύω, αποθησαυρίζω
3. προξενώ
4. μέσ. α) αποταμιεύω, εξοικονομώ χρήματα για προσωπικό μου όφελος («περιποιεῑσθαι τοσαῡτα ὥστε καὶ πλουτεῑν», Ξεν.)
β) κερδίζω χρήματα, χρηματίζομαι («ἀλλὰ καὶ περιποιοῡνται ἀπ' αὐτῶν», Ξεν.)
γ) διαφυλάσσω κάτι για τον εαυτό μου («κρεῑττόν ἐστιν... τὰς ἀγαθὰς ἐλπίδας τοῑς παισὶν καὶ ἑαυτῷ... περιποιήσασθαι», Δημοσθ.)
5. φρ. «περιποιῶ τῶν προσόδων» — αποταμιεύω μέρος τών εισοδημάτων μου.