Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Difference between revisions of "πολυέλεος"

Ὄττω τις ἔραται -> Whatever one loves best | Whom you desire most
Sappho
m (Text replacement - "<i>ο [[" to "ο [[")
m (Text replacement - "<b class="b2">([\w]+ [\w]+)<\/b>" to "$1")
 
Line 8: Line 8:
 
|Transliteration C=polyeleos
 
|Transliteration C=polyeleos
 
|Beta Code=polue/leos
 
|Beta Code=polue/leos
|Definition=ον, <span class="sense"><p>&nbsp;&nbsp;&nbsp;<span class="bld">A</span> <b class="b2">very merciful</b>, <span class="bibl">LXX <span class="title">Ex.</span>34.6</span>, <span class="bibl"><span class="title">Nu.</span>14.18</span>, al.</span>
+
|Definition=ον, <span class="sense"><p>&nbsp;&nbsp;&nbsp;<span class="bld">A</span> [[very merciful]], <span class="bibl">LXX <span class="title">Ex.</span>34.6</span>, <span class="bibl"><span class="title">Nu.</span>14.18</span>, al.</span>
 
}}
 
}}
 
{{pape
 
{{pape

Latest revision as of 09:10, 1 July 2020

Full diacritics: πολυέλεος Medium diacritics: πολυέλεος Low diacritics: πολυέλεος Capitals: ΠΟΛΥΕΛΕΟΣ
Transliteration A: polyéleos Transliteration B: polyeleos Transliteration C: polyeleos Beta Code: polue/leos

English (LSJ)

ον,

   A very merciful, LXX Ex.34.6, Nu.14.18, al.

German (Pape)

[Seite 662] sehr mitleidig, LXX.

Greek (Liddell-Scott)

πολυέλεος: -ον, πολὺ ἐλεήμων, Ἑβδ. (Ἔξοδ. ΛΔ΄, 6, Ἀριθμ. ΙΔ΄, 8, κ. ἀλλ.) 2) ὡς οὐσιαστι. ἐν τῇ Λειτουργ. μέρος τοῦ ὄρθρου ὅταν ἀναγινώσκηται ὁ ΡΛΕ΄ Ψαλμ., οὗ ἕκαστος στίχος ἔχει ἐν τέλει τὴν λέξιν ἔλεος, ἴδε Τυπικ. Ἐκκλ. 3) ὁ καὶ νῦν ὀνομαζόμενος πολυέλεος ὁ ἐν μέσῳ τοῦ ναοῦ κρεμάμενος καὶ ἀναπτόμενος καθ’ ἣν ὥραν ψάλλεται ὁ πολυέλεος κατὰ τὸν ὄρθρον· γράφεται καὶ πολυέλαιος (οὐχὶ ὀρθῶς) Κ. Πορφυρογ. Ἔκθ. Βασ. Τάξ. 93, 9, ἴδε Κόντου Κριτικὰ καὶ γραμμ. ἐν Ἀθηνᾶς τ. ΙϚ΄ σ. 465, Κοραῆ Ἄτακτ. τ. Δ΄, σ. 637.

Greek Monolingual

-η, -ο / πολυέλεος, -ον, ΝΜΑ
1. (συν. ως προσωνυμία του θεού) πολύ ευσπλαγχνικός, γεμάτος έλεος, πονετικόςκύριος ὁ θεὸς οἰκτίρμων... μακρόθυμος καὶ πολυέλεος», ΠΔ)
2. το αρσ. ως ουσ. ο πολυέλεος
εκκλ. τμήμα του όρθρου κατά το οποίο διαβάζεται ο 135ος ψαλμός του οποίου κάθε στίχος καταλήγει στη λέξη έλεος.
[ΕΤΥΜΟΛ. < πολυ- + -ελεος (< ἔλεος, τὸ), πρβλ. φιλ-έλεος].