Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

πολύγελως

Revision as of 12:05, 29 September 2017 by Spiros (talk | contribs) (33)
Ὄττω τις ἔραται -> Whatever one loves best | Whom you desire most
Sappho

German (Pape)

[Seite 660] ωτος, viel lachend, Sp.

Greek (Liddell-Scott)

πολύγελως: ὁ, ἡ, ὁ πολὺ γελῶν, Πλούτ. 2. 552Α.

French (Bailly abrégé)

ωτος (ὁ, ἡ)
qui aime les jeux et les ris, riant.
Étymologie: πολύς, γέλως.

Greek Monolingual

ὁ, ἡ, Α
αυτός που γελά πολύ («σώφρονας... ἐκ πολυγέλων καὶ λάλων κατασκευάσαντες», Πλούτ.).
[ΕΤΥΜΟΛ. < πολυ- + γέλως (πρβλ. φιλό-γελως)].