Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

πολύγελως

Revision as of 02:28, 1 January 2019 by Spiros (talk | contribs) (4)
(diff) ← Older revision | Latest revision (diff) | Newer revision → (diff)
τύμβος, ὦ νυμφεῖον, ὦ κατασκαφής οἴκησις αἰείφρουρος, οἷ πορεύομαι πρὸς τοὺς ἐμαυτῆς -> Tomb, bridal chamber, eternal prison in the caverned rock, whither I go to find mine own.
Sophocles, Antigone, 883

German (Pape)

[Seite 660] ωτος, viel lachend, Sp.

Greek (Liddell-Scott)

πολύγελως: ὁ, ἡ, ὁ πολὺ γελῶν, Πλούτ. 2. 552Α.

French (Bailly abrégé)

ωτος (ὁ, ἡ)
qui aime les jeux et les ris, riant.
Étymologie: πολύς, γέλως.

Greek Monolingual

ὁ, ἡ, Α
αυτός που γελά πολύ («σώφρονας... ἐκ πολυγέλων καὶ λάλων κατασκευάσαντες», Πλούτ.).
[ΕΤΥΜΟΛ. < πολυ- + γέλως (πρβλ. φιλό-γελως)].

Russian (Dvoretsky)

πολύγελως: ωτος adj. непрерывно, вечно хохочущий или потешающий Plut.