Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Difference between revisions of "πομφολυγώδης"

Οὔτοι συνέχθειν, ἀλλὰ συμφιλεῖν ἔφυν -> I was not born to hate, but to love.
Sophocles, Antigone 523
(33)
m (Text replacement - "<b class="b2">([\w]+ [\w]+)<\/b>" to "$1")
 
Line 8: Line 8:
 
|Transliteration C=pomfolygodis
 
|Transliteration C=pomfolygodis
 
|Beta Code=pomfolugw/dhs
 
|Beta Code=pomfolugw/dhs
|Definition=ες, <span class="sense"><p>&nbsp;&nbsp;&nbsp;<span class="bld">A</span> <b class="b2">like bubbles</b>, Archig. ap. Gal.8.509,931.</span>
+
|Definition=ες, <span class="sense"><p>&nbsp;&nbsp;&nbsp;<span class="bld">A</span> [[like bubbles]], Archig. ap. Gal.8.509,931.</span>
 
}}
 
}}
 
{{pape
 
{{pape

Latest revision as of 09:11, 1 July 2020

Full diacritics: πομφολῠγώδης Medium diacritics: πομφολυγώδης Low diacritics: πομφολυγώδης Capitals: ΠΟΜΦΟΛΥΓΩΔΗΣ
Transliteration A: pompholygṓdēs Transliteration B: pompholygōdēs Transliteration C: pomfolygodis Beta Code: pomfolugw/dhs

English (LSJ)

ες,

   A like bubbles, Archig. ap. Gal.8.509,931.

German (Pape)

[Seite 679] ες, blasenartig, Galen.

Greek (Liddell-Scott)

πομφολυγώδης: -ες, (εἶδος) ὅμοιος πρὸς πομφόλυγας, Γαλην.

Greek Monolingual

-ες, ΝΑ πομφόλυξ, -υγος]
όμοιος με πομφόλυγα ή γεμάτος πομφόλυγες;
νεοελλ.
1. φρ. «πομφολυγώδη νοσήματα»
ιατρ. νοσήματα που χαρακτηρίζονται από την ανάπτυξη πομφολύγων, όπως είναι οι πομφολυγώδεις δερματοπάθειες, οι οποίες συχνά οφείλονται σε αντιδράσεις τών φαρμακευτικών τοξικοδερμιών από λήψη φαρμάκων όπως το ιώδιο, το βρώμιο κ.ά. και οι οποίες είναι στην πλειονότητά τους καλοήθεις
2. μτφ. (για λόγο) κενός από νόημα ή περιεχόμενο, μάταιος
αρχ.
ανυπόστατος, πλασματικός.