Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ποντίκι

Revision as of 12:20, 29 September 2017 by Spiros (talk | contribs) (33)
(diff) ← Older revision | Latest revision (diff) | Newer revision → (diff)
Φιλοκαλοῦμέν τε γὰρ μετ' εὐτελείας καὶ φιλοσοφοῦμεν ἄνευ μαλακίας -> Our love of what is beautiful does not lead to extravagance; our love of the things of the mind does not makes us soft.
Τhucydides, 2.40.1

Greek Monolingual

το, Ν
1. ζωολ. μικρό τρωκτικό, ο ποντικός
2. ο μυς του σώματος, μυώνας
3. (πληροφ.) μικρή συσκευή της οποίας η μετακίνηση με το χέρι πάνω σε μια επιφάνεια προκαλεί αντίστοιχη μετακίνηση ενός φωτεινού σημείου της οθόνης του ηλεκτρονικού υπολογιστή
4. παροιμ. «όταν λείπει η γάτα χορεύουν τα ποντίκια» — όταν απουσιάζει η αρχή, η εξουσία, οι υφιστάμενοι κάνουν ό,τι θέλουν.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ποντίκι-ον, υποκορ. του ποντικός].