Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Difference between revisions of "πορφυρίτης"

τύμβος, ὦ νυμφεῖον, ὦ κατασκαφής οἴκησις αἰείφρουρος, οἷ πορεύομαι πρὸς τοὺς ἐμαυτῆς -> Tomb, bridal chamber, eternal prison in the caverned rock, whither I go to find mine own.
Sophocles, Antigone, 883
m (Text replacement - "<b class="b2">([\w]+)<\/b>" to "$1")
m (Text replacement - "<b class="b2">([\w]+ [\w]+)<\/b>" to "$1")
Line 8: Line 8:
 
|Transliteration C=porfyritis
 
|Transliteration C=porfyritis
 
|Beta Code=porfuri/ths
 
|Beta Code=porfuri/ths
|Definition=[ῑ], ου, ὁ, <span class="sense"><p>&nbsp;&nbsp;&nbsp;<span class="bld">A</span> <b class="b2">like purple</b>, π. λίθος [[porphyry]], <span class="bibl">Plin.<span class="title">HN</span>36.57</span>, cj.in <span class="bibl">D.C.76.15</span>: as Subst., <b class="b2">porphyry-quarry</b>, Ostr.951 (ii A.D.); <b class="b3">κίονες π</b>. columns <b class="b2">of porphyry</b>, IGRom.4.1431.42 (Smyrna): in fem., <span class=foreign>ἡ λιθοτομία ἡ πορφυρῖτις the <span class="sense"><p>&nbsp;&nbsp;&nbsp;<span class="bld">A</span> [[porphyry]] quarry, <span class="bibl">Aristid.<span class="title">Or.</span>36(48)</span>. <span class="bibl">67</span>.</span>
+
|Definition=[ῑ], ου, ὁ, <span class="sense"><p>&nbsp;&nbsp;&nbsp;<span class="bld">A</span> [[like purple]], π. λίθος [[porphyry]], <span class="bibl">Plin.<span class="title">HN</span>36.57</span>, cj.in <span class="bibl">D.C.76.15</span>: as Subst., <b class="b2">porphyry-quarry</b>, Ostr.951 (ii A.D.); <b class="b3">κίονες π</b>. columns [[of porphyry]], IGRom.4.1431.42 (Smyrna): in fem., <span class=foreign>ἡ λιθοτομία ἡ πορφυρῖτις the <span class="sense"><p>&nbsp;&nbsp;&nbsp;<span class="bld">A</span> [[porphyry]] quarry, <span class="bibl">Aristid.<span class="title">Or.</span>36(48)</span>. <span class="bibl">67</span>.</span>
 
}}
 
}}
 
{{pape
 
{{pape

Revision as of 09:12, 1 July 2020

Full diacritics: πορφυρίτης Medium diacritics: πορφυρίτης Low diacritics: πορφυρίτης Capitals: ΠΟΡΦΥΡΙΤΗΣ
Transliteration A: porphyrítēs Transliteration B: porphyritēs Transliteration C: porfyritis Beta Code: porfuri/ths

English (LSJ)

[ῑ], ου, ὁ,

   A like purple, π. λίθος porphyry, Plin.HN36.57, cj.in D.C.76.15: as Subst., porphyry-quarry, Ostr.951 (ii A.D.); κίονες π. columns of porphyry, IGRom.4.1431.42 (Smyrna): in fem., ἡ λιθοτομία ἡ πορφυρῖτις the

   A porphyry quarry, Aristid.Or.36(48). 67.

German (Pape)

[Seite 686] ὁ, fem. πορφυρῖτις, dem Purpur ähnlich, Sp.

Greek (Liddell-Scott)

πορφῠρίτης: [ῑ], -ου, ὁ, ὅμοιος πρὸς πορφύραν, π. λίθος Δίων Κ. 76. 15, Πλίν. 36. 11· κίονες π., ἐκ πορφυρίτου, Συλλ. Ἐπιγρ. 3148. 42· ― οὕτως ἐν τῷ θηλ. ἡ λιθοτομία ἡ πορφυρῖτις, λατομεῖον πορφυρίτου, Ἀριστείδ. 2. 349.

Greek Monolingual

ὁ, ΝΜΑ, και πορφυρῑτις, -ίτιδος, η, Α
εκρηξιγενές πέτρωμα στο οποίο μεγάλοι κρύσταλλοι ορυκτών βρίσκονται μέσα σε μια ομοιόμορφη ή λεπτοκρυσταλλική μάζα
αρχ.
1. ορυχείο πορφυρίτη
2. ως επίθ. φρ. α) «πορφυρίτης λίθος» — πορφυρίτης
β. «κίονες πορφυρῑται» — κίονες από πορφυρίτη
γ) «πορφυρῑτις λιθοτομία» — ορυχείο πορφυρίτη.
[ΕΤΥΜΟΛ. < πορφύρα + επίθημα -ίτης / -ῖτις (πρβλ. σελην-ίτης/ σελην-ῖτις). Ο τ. με τη νεοελλ. σημ. ως επιστημονικός όρος είναι αντιδάνεια λ., πρβλ. αγγλ. porphyrite].