Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Difference between revisions of "πορφυριτικός"

Ὁ δ' ἀνεξέταστος βίος οὐ βιωτὸς ἀνθρώπῳ -> The unexamined life is not worth living
Plato, Apology of Socrates 38a
(33)
m (Text replacement - "<b class="b2">([\w]+ [\w]+)<\/b>" to "$1")
 
Line 8: Line 8:
 
|Transliteration C=porfyritikos
 
|Transliteration C=porfyritikos
 
|Beta Code=porfuritiko/s
 
|Beta Code=porfuritiko/s
|Definition=ή, όν, <span class="sense"><p>&nbsp;&nbsp;&nbsp;<span class="bld">A</span> <b class="b2">of porphyry</b>, κίων <span class="bibl"><span class="title">PLond.</span>2.328.20</span> (ii A.D.); πλάκες <span class="bibl"><span class="title">CPHerm.</span>86.7</span> (iii A.D., dub.).</span>
+
|Definition=ή, όν, <span class="sense"><p>&nbsp;&nbsp;&nbsp;<span class="bld">A</span> [[of porphyry]], κίων <span class="bibl"><span class="title">PLond.</span>2.328.20</span> (ii A.D.); πλάκες <span class="bibl"><span class="title">CPHerm.</span>86.7</span> (iii A.D., dub.).</span>
 
}}
 
}}
 
{{grml
 
{{grml
 
|mltxt=-ή, -ό, / [[πορφυριτικός]], -ή, -όν, ΝΑ [[πορφυρίτης]]<br />αποτελούμενος ή κατασκευασμένος από πορφυρίτη<br /><b>νεοελλ.</b><br /><b>φρ.</b> «[[πορφυριτικός]] [[ιστός]]»<br /><b>(πετρογρ.)</b> υφή εκρηξιγενών πετρωμάτων στα οποία οι μεγαλύτεροι κρύσταλλοι, οι φαινοκρύσταλλοι, βρίσκονται διασκορπισμένοι [[μέσα]] σε μια λεπτοκρυσταλλική ή υαλλώδη θεμελιώδη [[μάζα]], τη [[μήτρα]].
 
|mltxt=-ή, -ό, / [[πορφυριτικός]], -ή, -όν, ΝΑ [[πορφυρίτης]]<br />αποτελούμενος ή κατασκευασμένος από πορφυρίτη<br /><b>νεοελλ.</b><br /><b>φρ.</b> «[[πορφυριτικός]] [[ιστός]]»<br /><b>(πετρογρ.)</b> υφή εκρηξιγενών πετρωμάτων στα οποία οι μεγαλύτεροι κρύσταλλοι, οι φαινοκρύσταλλοι, βρίσκονται διασκορπισμένοι [[μέσα]] σε μια λεπτοκρυσταλλική ή υαλλώδη θεμελιώδη [[μάζα]], τη [[μήτρα]].
 
}}
 
}}

Latest revision as of 09:11, 1 July 2020

Full diacritics: πορφυρῑτικός Medium diacritics: πορφυριτικός Low diacritics: πορφυριτικός Capitals: ΠΟΡΦΥΡΙΤΙΚΟΣ
Transliteration A: porphyritikós Transliteration B: porphyritikos Transliteration C: porfyritikos Beta Code: porfuritiko/s

English (LSJ)

ή, όν,

   A of porphyry, κίων PLond.2.328.20 (ii A.D.); πλάκες CPHerm.86.7 (iii A.D., dub.).

Greek Monolingual

-ή, -ό, / πορφυριτικός, -ή, -όν, ΝΑ πορφυρίτης
αποτελούμενος ή κατασκευασμένος από πορφυρίτη
νεοελλ.
φρ. «πορφυριτικός ιστός»
(πετρογρ.) υφή εκρηξιγενών πετρωμάτων στα οποία οι μεγαλύτεροι κρύσταλλοι, οι φαινοκρύσταλλοι, βρίσκονται διασκορπισμένοι μέσα σε μια λεπτοκρυσταλλική ή υαλλώδη θεμελιώδη μάζα, τη μήτρα.