Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Difference between revisions of "ποτιμάστιος"

τύμβος, ὦ νυμφεῖον, ὦ κατασκαφής οἴκησις αἰείφρουρος, οἷ πορεύομαι πρὸς τοὺς ἐμαυτῆς -> Tomb, bridal chamber, eternal prison in the caverned rock, whither I go to find mine own.
Sophocles, Antigone, 883
(33)
(4)
 
Line 18: Line 18:
 
{{grml
 
{{grml
 
|mltxt=-ον, Α<br />(<b>επικ. τ.</b>) αυτός που βρίσκεται [[πάνω]] στον μαστό.<br />[<b><span style="color: brown;">ΕΤΥΜΟΛ.</span></b> <span style="color: red;"><</span> [[ποτί]], τ. [[ισοδύναμος]] του [[πρός]] <span style="color: red;">+</span> [[μαστός]] (<b>πρβλ.</b> <i>επι</i>-<i>μάστιος</i>)].
 
|mltxt=-ον, Α<br />(<b>επικ. τ.</b>) αυτός που βρίσκεται [[πάνω]] στον μαστό.<br />[<b><span style="color: brown;">ΕΤΥΜΟΛ.</span></b> <span style="color: red;"><</span> [[ποτί]], τ. [[ισοδύναμος]] του [[πρός]] <span style="color: red;">+</span> [[μαστός]] (<b>πρβλ.</b> <i>επι</i>-<i>μάστιος</i>)].
 +
}}
 +
{{elru
 +
|elrutext='''ποτῐμάστιος:''' находящийся у груди, грудной ([[κοῦρος]] Soph.).
 
}}
 
}}

Latest revision as of 02:52, 1 January 2019

Full diacritics: ποτιμάστιος Medium diacritics: ποτιμάστιος Low diacritics: ποτιμάστιος Capitals: ΠΟΤΙΜΑΣΤΙΟΣ
Transliteration A: potimástios Transliteration B: potimastios Transliteration C: potimastios Beta Code: potima/stios

English (LSJ)

ον, an Ep. form, not found in the common form προσμ-,

   A at the breast, π. ἔσχεθε κοῦρον Epic. ap. Sch.S.OC378 (attributed to Sophocles in cod., cf. Coll.Alex.p.247).

German (Pape)

[Seite 689] dor. = προσμάστιος, Soph. frg. 230.

Greek (Liddell-Scott)

ποτιμάστιος: -ον, Δωρ. τύπος οὗ ὁ ἰσοδύναμος κοινὸς τύπος προσμ- εἶναι ἄχρηστος, π. ἔσχεθε κοῦρον Σοφ. Ἀποσπ. 230.

Greek Monolingual

-ον, Α
(επικ. τ.) αυτός που βρίσκεται πάνω στον μαστό.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ποτί, τ. ισοδύναμος του πρός + μαστός (πρβλ. επι-μάστιος)].

Russian (Dvoretsky)

ποτῐμάστιος: находящийся у груди, грудной (κοῦρος Soph.).