Open main menu

LSJ β

προγύμναση

Greek Monolingual

η, Ν
1. η ενέργεια του προγυμνάζω, άσκηση, γύμναση
2. προετοιμασία μαθητών για εξετάσεις.
[ΕΤΥΜΟΛ. < προγυμνάζω. Η λ., στον λόγιο τ. προγύμνασις, μαρτυρείται από το 1851 στον Ηλ. Σταθόπουλο].