Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

προεξοχή

Revision as of 12:21, 29 September 2017 by Spiros (talk | contribs) (34)
(diff) ← Older revision | Latest revision (diff) | Newer revision → (diff)
τύμβος, ὦ νυμφεῖον, ὦ κατασκαφής οἴκησις αἰείφρουρος, οἷ πορεύομαι πρὸς τοὺς ἐμαυτῆς -> Tomb, bridal chamber, eternal prison in the caverned rock, whither I go to find mine own.
Sophocles, Antigone, 883

Greek Monolingual

η, Ν
1. καθετί που προεξέχει από ένα σώμα σε σχέση με την υπόλοιπη επιφάνειά του (α. «σε μια προεξοχή του βράχου» β. «η προεξοχή του γείσου»)
2. φρ. «ηλιακές προεξοχές», μακριές δομές σαν ταινίες που φαίνεται να προεξέχουν στο χείλος του ηλιακού δίσκου και να προβάλλουν στον σκοτεινό ουρανό σαν λαμπρά νέφη με εναλλασσόμενα παράδοξα σχήματα.
[ΕΤΥΜΟΛ. < προεξέχω. Η λ. μαρτυρείται από το 1866 στον Γ. Α. Βακαλόπουλο].