Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

προπύργιο

Revision as of 12:22, 29 September 2017 by Spiros (talk | contribs) (34)
(diff) ← Older revision | Latest revision (diff) | Newer revision → (diff)
τύμβος, ὦ νυμφεῖον, ὦ κατασκαφής οἴκησις αἰείφρουρος, οἷ πορεύομαι πρὸς τοὺς ἐμαυτῆς -> Tomb, bridal chamber, eternal prison in the caverned rock, whither I go to find mine own.
Sophocles, Antigone, 883

Greek Monolingual

το / προπύργιον, ΝΜΑ
μικρός πύργος ο οποίος βρίσκεται μπροστά και πριν από άλλους μεγαλύτερους, προχωρημένο οχύρωμα, προτείχισμα, προμαχώνας
νεοελλ.
1. συνεκδ. ασφαλής, οχυρή θέση
2. καθετί που παρέχει προστασία και ασφάλεια («το Βυζάντιο υπήρξε το προπύργιο του χριστιανισμού»).
[ΕΤΥΜΟΛ. Ουσιαστικοποιημένος τ. του ουδ. του προπύργιος].