Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

προς

Revision as of 12:55, 15 February 2019 by Spiros (talk | contribs) (Text replacement - "τοῡ" to "τοῦ")
(diff) ← Older revision | Latest revision (diff) | Newer revision → (diff)
Φιλοκαλοῦμέν τε γὰρ μετ' εὐτελείας καὶ φιλοσοφοῦμεν ἄνευ μαλακίας -> Our love of what is beautiful does not lead to extravagance; our love of the things of the mind does not makes us soft.
Τhucydides, 2.40.1

Greek Monolingual

πρός ΝΜΑ, επικ. τ. προτί, κρητ. τ. πορτί, αργείος τ. προτ(ί), παμφυλιακός τ. περτ(ί), αιολ. τ. πρές Α
(πρόθεση, κύρια, μονοσύλλαβη, η οποία, γενικά, συντάσσεται με γενική, δοτική και αιτιατική και δηλώνει την από τόπου κίνηση, τη στάση σε τόπο και την κίνηση σε τόπο) ΣΥΝΤΑΞΗ - ΣΗΜΑ
ΣΙΑ: Ι. (με γεν.) δηλώνει: 1. καταγωγή (α. «αυτό το σπίτι το έχουμε πάππου προς πάππου» β. «γένος ἐξ Ἀλικαρνησσοῡ τὰ πρὸς πατρός», Ηρόδ.
γ. «οἱ πρὸς αἵματος» — οι συγγενείς εξ αίματος, Σοφ.)
2. (σε ικεσία, διαμαρτυρία, όρκο) εν ονόματι (α. «πρὸς θεού, τί σκέπτεσαι να κάνεις!» β. «πρὸς θεῶν πατρώων», Σοφ.)
II. (στη λόγια γλώσσα) (με δοτ. προκειμένου να δηλώσει προσθήκη και κυρίως στις επιρρμ. φρ. «προς τούτοις» και «πρὸς τοῑς ἄλλοις») εκτός από αυτά, εκτός τών άλλων, κοντά στα άλλα
III. (με αιτ.) δηλώνει: 1. τον τόπο προς τον οποίο κινείται ή κατευθύνεται ένα πρόσωπο ή ένα πράγμα (α. «ο λόχος βάδισε προς τα χαρακώματα του εχθρού» β. «εἶμ' αὐτὴ πρὸς Ὄλυμπον ἀγάννιφον», Ομ. Ιλ.)
2. τη θέση προσώπου ή πράγματος σε σχέση με τα σημεία του ορίζοντα (α. «η Πεντέλη βρίσκεται προς τα ανατολικά τών Αθηνών
β. «χθαμαλὴ πανυπερτάτη εἰν' ἁλὶ κεῑται πρὸς ζόφον [πρὸς Δυσμάς]», Ομ. Οδ.)
3. το πρόσωπο ή την αρχή στην οποία απευθύνεται κάποιος ή κάτι (α. «αναφορά προς τον διευθυντή» β. «αίτηση προς το υπουργείο» γ. «πρὸς ἀλλήλους ἔπεα πτερόεντ' ἀγόρευον», Ομ. Ιλ.)
4. τη σχέση μεταξύ προσώπων ή την αναφορά σε κάποιο πρόσωπο (α. «αυτό που έκανες ήταν αγένεια προς τους γονείς σου» β. «ως προς αυτό αδιαφορώ πλήρως» γ. «πρὸς ἀλλήλους ἡσυχίαν εἶχον», Ισοκρ.
δ. «ἡ πρὸς ὑμᾱς ἔχθρα», Ξεν.)
5. τον χρόνο ή, στην αρχαία Ελληνική, την ηλικία και, ειδικότερα τη χρονική εγγύτητα, η οποία όμως δηλώνεται με κάποια χαλαρότητα (α. «θα σέ πάρω τηλέφωνο προς το βράδυ» θα σού τηλεφωνήσω κατά το βράδυ, περίπου το βράδυ
β. «προς το παρόν» γ. «προς στιγμήν» — προσωρινά
δ. «πρὸς γῆρας» και «πρὸς τὸ γῆρας» — κοντά στα γεράματα ή στα γεράματα, Ευρ.
ε. «πρὸς εὐάνθεμον φυάν» — κατά την πιο ανθηρή ηλικία της ζωής του ανθρώπου, δηλ. στη νιότη του, Πίνδ.)
6. τον σκοπό (α. «προς τί τέτοια βιασύνη;» β. «ενεργώ προς όφελός σου» γ. «ὡδοιπόρεις δὲ πρὸς τί τούσδε τοὺς τόπους», Σοφ.)
7. τη σύγκριση ή τη μαθηματική αναλογία (α. «βοήθεια 7 προς 10» β. «τοκίζει προς 10%» γ. «πρὸς πάντας τοὺς ἄλλους», Ηρόδ.
δ. «οἶοςπρῶτος [[[ὅρος]]] ποτὶ τὸν δεύτερον καὶ ὁ δεύτερος ποτὶ τὸν τρίτον», Αρχύτ.)
8. την αξία ή την τιμή (α. «αγόρασα αυτό το ύφασμα προς 1.000 δραχμές το μέτρο» β. «πωλεῑται ὁ σταθμὸς αὐτοῦ πρὸς διπλοῡν ἀργύριον», Διοσκ.)
νεοελλ.
Ι. (με γεν.) δηλώνει: 1. τον σκοπό («πάει προς νερού του»)
2. τον χρόνο («προς ώρας» — πρόσκαιρα, προσωρινά)
II. (με αιτ.) δηλώνει τον τρόπο κατά τον οποίο γίνεται κάτι, όπου η παραπάνω πρόθεση παρεμβάλλεται ανάμεσα σε δύο λέξεις (α. «μέτρησα τους κινδύνους έναν προς έναν» β. «προχώρησε βήμα προς βήμα στην επιτυχία»)
μσν.-αρχ.
φρ. «πρὸς ὀλίγον» και «πρὸς ὀλίγον καιρόν» — για μικρό χρονικό διάστημα, για λίγο
αρχ.
ΣΥΝΤΑΞΗ - ΣΗΜΑΣΙΑ. Ι. (με γεν.) δηλώνει: 1. τον τόπο και ειδικότερα: α) την προέλευση (α. «τὸν πρὸς Σάρδεων ἤλεκτρον», Σοφ.
β. «ὡς ἄν... τιμὴν καὶ κῡδος ἄρηαι πρὸς πάντων Δαναῶν», Ομ. Ιλ.)
β) το ενώπιον («μάρτυροι ἔστων πρός τε θεῶν μακάρων πρός τε θνητῶν ἀνθρώπων», Ομ. Ιλ.)
γ) (με εχθρική σημ.) το εναντίον («φυλακαὶ πρὸς Αἰθιόπων, πρὸς Ἀραβίων», Ηρόδ.)
δ) μτφ. i) (σχετικά με πρόσ.) το ποιητικό αίτιοπροτὶ Ἀχιλλῆος δεδιδάχθαι», Ομ. Ιλ.)
ii) (σχετικά με πράγματα) την αιτία («πρὸς τίνος ποτ' αἰτίας», Σοφ.)
2. την εξάρτηση ή τη στενή σχέση και ειδικότερα: α) το πρόσωπο από το οποίο εξαρτάται κάποιος, δηλαδή το πρόσωπο από το οποίο προστατεύεται («πρὸς Διός εἰσι ξεῑνοί τε πτωχοί τε», Ομ. Οδ.)
β) το πρόσωπο για χάρη του οποίου γίνεται κάτι («πρὸς τῶν ἐχόντων... τὸν νόμον τίθης», Ευρ.)
γ) το πρόσωπο που αποτελεί τον αποδέκτη κάποιου πράγματος («ἐλείπετο ἀθάνατον μνήμην πρὸς Ἑλλησποντίων», Ηρόδ.)
3. αυτό που αρμόζει, που ταιριάζει σε κάποιον, το πρέπον («οὐκ ἧν πρὸς τοῦ Κύρου τρόπον», Ξεν.)
4. το σύμφωνο με κάτι («ἆρ' οἶσθα δῆτα πρὸς δίκης οὐδὲν τρέμων;», Σοφ.)
II. (με δοτ.) δηλώνει: 1. την εγγύτητα, το πλησίον (α. «τὸ πρὸς ποσί» — αυτό που βρίσκεται κοντά στα πόδια κάποιου, Σοφ.
β. «αἱ πρὸς τῇ βάσει γωνίαι» — οι γωνίες της βάσης, Ευκλ.)
2. το ενώπιον («ἃ δὲ πρὸς τοῑς θεσμοθέταις ἔλεγε», Δημοσθ.)
3. το μέρος πάνω στο οποίο τοποθετείται κάτιποτὶ δὲ σκῆπτρον βάλε γαίῃ», Ομ. Ιλ.)
4. μτφ. δηλώνει: α) την προσκόλληση («πρὸς ἀλλήλῃσιν ἔχονται», Ομ. Οδ.)
β) την πολύ επιμελή ενασχόληση με κάτι («ὁ πρὸς τοῑς γράμμασι τεταγμένος», Πολ.)
III. 1. (με αιτ.) δηλώνει: α) την εχθρική κατεύθυνση, το εναντίον («πρὸς Τρῶας μάχεαι», Ομ. Ιλ.)
β) (σχετικά με επιχειρήματα) την αντίκρουση («ταῡτα πρὸς Πιττακὸν εἴρηται», Πλάτ.)
2. σε επιγραφές δικανικών λόγων συχνά χρησιμοποιείται μαζί με αιτ. προσώπου: πρός τινα
, δηλαδή σε απάντηση κάποιου, σε αντιδιαστολή προς την πολύ ισχυρότερη έκφραση κατά τινος, δηλαδή εναντίον κάποιου, για κατηγορία κάποιου
4. (σε νομικές διαδικασίες) δηλώνει το ενώπιον και ειδικότερα: α) το ενώπιον ενός άρχοντα
β) το ενώπιον δικαστηρίου
γ) το ενώπιον μάρτυρα που κλήθηκε για επιβεβαίωση κάποιου στοιχείου
δ) τη στενή σχέση δύο αντικειμένων και, ειδικότερα: i) αυτό με το οποίο σχετίζεται κάτι (α. «τὰ πρὸς τὸν πόλεμον» — οι πολεμικές προετοιμασίες, Θουκ.
β. «τὰ πρὸς τὸν βασιλέα» — οι σχέσεις με τον βασιλιά, Δημοσθ.
γ. «τὰ πρὸς τὸν βασιλέα πράγματα» — οι συναλλαγές, οι διαπραγματεύσεις με τον βασιλιά, Θουκ.
δ. «οὐδὲν αὐτῷ πρὸς τὴν πόλιν» — δεν σχετίζεται καθόλου με την πόλη, Δημοσθ.)
ii) τη συμφωνία με μουσικό όργανο
ε) (σχετικά με αριθμούς) την έννοια του περίπου
5. (στους Αττικούς συγγραφείς) η πρόθεση προς με αιτ. χρησιμοποιείται συχνά σε περιφράσεις με επιρρμ. σημ. όπως: α) «πρὸς βίαν»
i) με τη χρήση βίας, βιαίως
ii) εναντίον της θέλησης κάποιου
β) «πρὸς τὸ βίαιον» — βιαίως
γ) «πρὸς τὸ καρτερόν» — καρτερικά
δ) «πρὸς ἀλκήν» — με δύναμη
ε) «πρὸς ἀνάγκην» — αναγκαίως
στ) «πρὸς ἡδονήν» [[[λέγω]]]
[[[μιλώ]] έτσι ώστε να προκαλέσω] ηδονή στους ακροατές
ζ) «πρὸς τὸ τερπνόν» — για τέρψη
η) «πρὸς χάριν» — για χάρη (ενν. κάποιου)
θ) «πρὸς ἰσχύος χάριν» — μέσω της ισχύος
ι) «πρὸς ὀργήν» — με οργή, οργίλως
ια) «πρὸς εὐσέβειαν» — με ευσέβεια
ιβ) «πρὸς καιρόν» — προσηκόντως
ιγ) «πρὸς φύσιν» — φυσικά
ιδ) «πρὸς εὐτέλειαν» — σε μικρή τιμή
ιε) «πρὸς μέρος» — κατά την αρμόζουσα αναλογία
ιστ) «πρὸς ἰθύ» — κατευθείαν σε
ιζ) «πρὸς τὰ μέγιστα» — στον μεγαλύτερο βαθμό
IV. φρ. α) «πρός τινος λαμβάνω» — εκλαμβάνω, θεωρώ κάτι ως διαφορετικό από ό,τι είναι
β) «τὸ [ή τὰ] πρός τι» — ο σχετικός όρος ή οι σχετικοί όροι (Αριστοτ.)
γ) «τὸ πρός τι»
(στους Πυθαγορείους) η ονομασία του αριθμού δύο
δ) «πρὸς οὐδέν» — για τίποτε, μάταια
ε) «πρὸς ταῡτα» — αφού έτσι είναι τα πράγματα
στ) «πρὸς δέ» και «καὶ πρὸς» και «καὶ δὴ πρός» — επί πλέον, εκτός ἀπό αυτά.
[ΕΤΥΜΟΛ. Η πρόθεση πρός έχει σχηματιστεί από τον αρχικό τ. προτί με συριστικοποίηση του -τ- προ του -ι-. Ο τ. προτί (από όπου ο τ. πορτί με μετάθεση του -ρ-) και ο αμάρτυρος τ. πρετί (από όπου τα περτί και πρές) μπορούν να συνδεθούν με τα: αρχ. ινδ. prati, αρχ. σλαβ. protivŭ «ενάντιος» και το λεττον. pret «μπροστά». Αμφίβολη θεωρείται η σύνδεση τών τ. με το λατ. pretium. Η πρόθεση πρός, δηλωτική κατ' εξοχήν κατεύθυνσης (από όπου η σημ. της εχθρικής κατεύθυνσης, εναντιότητας, αντίκρουσης), κίνησης από τόπο (από όπου η σημ. της προέλευσης, καταγωγής) αλλά και στάσης σε τόπο, τοποθέτησης (από όπου και η σημ. του προσανατολισμού, της τοπικής εγγύτητας) χρησιμοποιήθηκε για να δηλώσει και προσθήκη, εξάρτηση, στενή σχέση μεταξύ προσώπων, συμφωνία, αρμονία (βλ. και λ. προσ-). Επίσης η πρόθεση πρός με αιτ. χρησιμοποιείται με επιρρηματική σημ.: πρός βίαν, πρός ηδονήν, πρός αποφυγή. Η πρόθεση πρός, από ετυμολογική άποψη, εντάσσεται πιθανότατα στην οικογένεια τών πρό και πρόσω (βλ. λ. πρό). Σημασιολογικά συνώνυμη με την πρόθεση πρός / προτί, τέλος, είναι η πρόθεση ποτί, αλλά διαφορετικής προέλευσης και ετυμολογίας (βλ. λ. ποτί)].