Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

προσδιαναγκάζω

Ἐς δὲ τὰ ἔσχατα νουσήματα αἱ ἔσχαται θεραπεῖαι ἐς ἀκριβείην, κράτισται -> For extreme diseases, extreme methods of cure, as to restriction, are most suitable.
Corpus Hippocraticum, Aphorisms 1.6.2
Full diacritics: προσδιᾰναγκάζω Medium diacritics: προσδιαναγκάζω Low diacritics: προσδιαναγκάζω Capitals: ΠΡΟΣΔΙΑΝΑΓΚΑΖΩ
Transliteration A: prosdianankázō Transliteration B: prosdianankazō Transliteration C: prosdianagkazo Beta Code: prosdianagka/zw

English (LSJ)

   A assist in forcing, Hp.Art.6.

German (Pape)

[Seite 755] noch dazu zwingen, Hippocr.

Greek (Liddell-Scott)

προσδιᾰναγκάζω: ἀναγκάζω, βιάζω προσέτι, Ἱππ. π. Ἄρθρ. 792.

Greek Monolingual

Α
αναγκάζω κάποιον ή κάτι ακόμη, κάνω κάποιον ή κάτι ακόμη να βιαστεί.
[ΕΤΥΜΟΛ. < προσ- + διαναγκάζω «επιφέρω βία, αναγκάζω»].

Dutch (Woordenboekgrieks.nl)

προσ-διαναγκάζω terugdwingen, terug forceren; met acc. en inf.. ὃ προσδιαναγκάζει τὴν κεφαλὴν τοῦ βραχίονος ἐς τὴν φύσιν ἀπιέναι wat de kop van de bovenarm dwingt om weer zijn natuurlijke plaats in te nemen (d.w.z. terugdwingt in zijn natuurlijk plaats) Hp. Art. 6.