Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

προσπαθώ

Revision as of 12:23, 29 September 2017 by Spiros (talk | contribs) (35)
(diff) ← Older revision | Latest revision (diff) | Newer revision → (diff)
Φιλοκαλοῦμέν τε γὰρ μετ' εὐτελείας καὶ φιλοσοφοῦμεν ἄνευ μαλακίας -> Our love of what is beautiful does not lead to extravagance; our love of the things of the mind does not makes us soft.
Τhucydides, 2.40.1

Greek Monolingual

προσπαθῶ, -έω, ΝΜΑ προσπαθής
1. εντείνω συγχρόνως τις σωματικές και τις πνευματικές μου δυνάμεις για την επίτευξη ενός σκοπού
2. δοκιμάζω, αποπειρώμαι («προσπάθησε να μέ κοροϊδέψει»)
μσν.-αρχ.
υφίσταμαι την επίδραση από την επαφή με κάτι, γίνομαι ευαίσθητος σε κάτι («προσπαθεῑν τῇ ὕλῃ», Δαμάσκ. Αρχ.)
αρχ.
αισθάνομαι αγάπη γεμάτη πάθος για κάποιον ή κάτι ή νιώθω σφοδρή συμπάθεια για κάποιον ή για κάτι.