Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

προχωρώ

Revision as of 13:05, 15 February 2019 by Spiros (talk | contribs) (Text replacement - "τοῡ" to "τοῦ")
(diff) ← Older revision | Latest revision (diff) | Newer revision → (diff)
Μὴ φῦναι τὸν ἅπαντα νικᾷ λόγον -> Not to be born is, past all prizing, best.
Sophocles, Oedipus Coloneus l. 1225

Greek Monolingual

προχωρῶ, -έω, ΝΜΑ
1. βαδίζω ή κινούμαι προς τα εμπρός (α. «προχωρείτε, παρακαλώ» β. «με φωνήν που καταπείθει προχωρώντας ομιλείς», Σολωμ.
γ. «πρὸς ἐμὴν χεῑρα προχωρῶν», Σοφ.)
2. (για χρόνο) περνώ, κυλώ, φεύγω (α. «η νύχτα είχε προχωρήσει» β. «τοῦ αἰῶνος προκεχωρηκότος», Ξεν.)
3. (για περιπτώσεις υπερβολής) φθάνω (α. «προχώρησες πάρα πολύ, το παράκανες» β. «ἐς πᾱν τρυφῆς προυχώρησε», Δίων Κάσσ.)
4. (για κυβερνήσεις, καταστάσεις, επιχειρήσεις) τείνω ή φτάνω σε μια καλή ή κακή έκβαση (α. «το πρόγραμμα σταθεροποιήσεως της οικονομίας δεν προχωρεί ικανοποιητικά» β. «οὕτως ὠμὴ ἡ στάσις προυχώρησε», Θουκ.
γ. «Ἴωσι προχωρησάντων ἐπὶ μέγα τῶν πραγμάτων», Θουκ)
5. έχω ευνοϊκή εξέλιξη, πάω καλά, πάω μπροστά (α. «έχεις προχωρήσει στα αγγλικά;» β. «τίποτε δεν προχωρεί τα τελευταία χρόνια» γ. «τὸ ἔργον καίπερ μέγα ὄν προυχώρησεν», Θουκ.)
αρχ.
1. (για τόπο) είμαι στραμμένος προς μια κατεύθυνσηοἶκος εἰς βορρᾱν προκεχωρηκώς», Λουκιαν.)
2. (για νόμισμα) έχω πέραση, κυκλοφορώ
3. (σχετικά με χρήματα) διαθέτω, ξοδεύω
4. εισάγομαι
5. (για εμπορεύματα) πουλιέμαι, έχω αγοραστές
β. (για οιωνούς) είμαι ευνοϊκός
7. βγαίνω μπροστά για να δημηγορήσω
8. φρ. απρόσ. προχωρεί μοι
α) εξελίσσεται κάτι ευνοϊκά για μένα («ὡς οἱ δόλῳ οὐ προχώρεε», Ηρόδ.)
β) είναι εύκολο για μένα, μέ βολεύει («ῥίψαντες ὡς ἑκάστοις προυχώρει», Αρρ.).