Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

πρᾶξις

Revision as of 14:22, 3 October 2019 by Spiros (talk | contribs) (cc2)
(diff) ← Older revision | Latest revision (diff) | Newer revision → (diff)
Ὁ δ' ἀνεξέταστος βίος οὐ βιωτὸς ἀνθρώπῳ -> The unexamined life is not worth living
Plato, Apology of Socrates 38a
Full diacritics: πρᾶξις Medium diacritics: πρᾶξις Low diacritics: πράξις Capitals: ΠΡΑΞΙΣ
Transliteration A: prâxis Transliteration B: praxis Transliteration C: praksis Beta Code: pra=cis

English (LSJ)

εως, Ep. and Ion. πρῆξις, ιος, ἡ : (πράσσω):—

   A doing, transaction, business, [πλεῖν] κατὰ πρῆξιν on a trading voyage, Od.3.72; ἐπὶ πρῆξιν ἔπλεον h.Ap.397; π. δ' ἥδ' ἰδίη, οὐ δήμιος a private, not a public affair, Od.3.82; π. μηδὲ φίλοισιν ὅμως ἀνακοινέο πᾶσιν Thgn. 73; ἡ περί τινος π. the transaction respecting... Th.6.88.    2 result or issue of a business, esp. good result, success, οὐ γάρ τις πρῆξις πέλεται . . γόοιο no good comes of weeping, Il.24.524; οὔ τις π. ἐγίγνετο μυρομένοισιν Od.10.202; λυμαίνεσθαί τινι τὴν π. to spoil one's market, X.An.1.3.16; π. φίλαν δίδοι grant a happy issue. Pi.O.1.85; π. οὐρίαν θέλων A.Ch.814 (lyr.); ταχεῖά γ' ἦλθε χρησμῶν π. their issue, Id.Pers. 739; ἄνευ τούτων οὐκ ἂν εἵη π. X.Cyn.2.2; δὸς πόρον καὶ π. τῷ τόπῳ τούτῳ PMag.Par.1.2366.    II doing, τῶν ἀγαθῶν (of persons) πρήξιες Thgn.1026; ἡ τῶν ἀγαθῶν π. Pl.Chrm.163e; ἡ π. τῶν ἔργων Antipho 3.4.9; achievement, Th.3.114; π. πολεμική, πολιητική, πολιτική, Pl.R.399a, Sph.266d, Men.99b; action, opp. πάθος, Id.Lg.876d; opp. ἕξις, Id.R.434a; moral action, opp. ποίησις, τέχνη, Arist.EN 1140a2, 1097a16; opp. ποιότης, Id.Po.1450a18, cf.EN1178a35 (pl.); ἤθη καὶ πάθη καὶ π. Id.Po.1447a28; opp. οἱ πολιτικοὶ λόγοι, D.61.44; ἔργῳ καὶ πράξεσιν, οὐχὶ λόγοις Id.6.3; ἐν ταῖς πράξεσι ὄντα τε καὶ πραττόμενα exhibited in actual life, Pl.Phdr.271d; action in drama, opp. λόγος, Arist.Po.1454a18; μία π. ὅλη καὶ τελεία ib. 1459a19, cf. 1451b33 (pl.).    2 action, exercise, χειρῶν, σκελῶν, στόματος, φωνῆς, διανοίας, Pl.La.192a.    3 euphem. for sexual intercourse, Pi. Fr.127, Aeschin.1.158, etc.; in full, ἡ π. ἡ γεννητική Arist.HA539b20.    4 magical operation, spell, PMag.Par.1.1227, al., PMag.Lond. 125.40.    III action, act, S.OT895 (lyr., pl.), OC560, etc.; μιᾶς μόνον μνησθήσομαι π. Isoc.12.127.    b military action, battle, Plb.3.19.11, etc.    IV doing, faring well or ill, fortune, state, condition, ἀπέκλαιε . . τὴν ἑωυτοῦ π. Hdt.3.65, cf. A.Pr.695 (lyr.), S.Aj.790, 792; εύτυχὴς π. Id.Tr.294; κακαὶ π. Id.Ant.1305.    V practical ability, π. καὶ σύνεσις Plb.2.47.5; ἡ ἐν τοῖς πολεμικοῖς π. Id.4.77.1.    2 practice, i.e. trickery, treachery, ἐπὶ τὴν πόλιν Id.2.9.2; κατὰ τῆς πόλεως, ἐπὶ τοὺς Αἰτωλούς, Id.4.71.6, 5.96.4.    VI exaction of money, recovery of debts, arrears, etc., IG12.57.13, al.; συμβολαίων πράξεις And.1.88; τοῦ μισθοῦ Pl.Prt.328b; τελῶν Id.R.425d (pl.); παρὰ Ἀρτέμωνος . . ἔστω ἡ π. τοῖς δανείσασι let the lenders have an action of recovery against Artemon, Syngr. ap. D.35.12, cf. SIG364.61,67 (Ephesus, iii B.C.), Test.Epict.5.31; ἡ π. ἔστω καθάπερ ἐκ δίκης PEleph.1.12 (iv B.C.), etc.; αἱ π. τῶν καταδικασθέντων Arist.Pol.1321b42.    2 exaction of vengeance, retribution, βαρβάρων χάριν γάμων πρᾶξιν ὡς Ἑλλὰς λάβοι E.IA272 (lyr.).    VII public office, ἡ διοικηθεῖσα π. Epist. Macrin. ap. Hdn.5.1.2.    VIII discourse, lecture of a rhetorician or philosopher, Jul.Or.2.59c, Marin.Procl.22.

German (Pape)

[Seite 694] ἡ, ion. u. hom. πρῆξις, That, Handlung, Geschäft; ἤ τι κατὰ πρῆξιν, auf ein bestimmtes Geschäft, im Ggstz von μαψιδίως, Od. 3, 72; πρῆξις δ' ἥδ' ἰδίη, οὐ δήμιος, ein Privatgeschäft, eigene, nicht Volksangelegenheit, ib. 82; bes. Handel, Handelsgeschäft, H. h. Apoll. 398; auch das Gelingen, Gedeihen, οὔτις πρῆξις πέλεται γόοιο, es ist kein Gelingen des Klagens, das Klagen nützt Nichts, Il. 24, 524, wofür 550 steht οὔ τι πρήξεις ἀκαχήμενος; auch οὔ τις πρῆξις ἐγίγνετο μυρομένοισιν, sie richteten durch ihr Jammern Nichts aus, Od. 10, 202. 568; Pind. πρᾶξιν φίλαν δίδοι, Ol. 1, 85, erwünschtes Gelingen; vgl. σύμβολον ἀμφὶ πράξιος ἐσομένας, Ol. 12, 8; ταχεῖά γ' ἦλθε χρησμῶν πρᾶξις, Aesch. Pers. 739; πρᾶξιν οὐρίαν θέλων, Ch. 801; Soph. u. Eur., wie in Prosa: ἡ περί τινος πρ., Thuc. 6, 88; πᾶσαπρᾶξις αὐτοῖς διὰ λόγων ἐστί, Plat. Gorg. 450 d; πολεμική, Polit. 304 e; πολιτική, Legg. V, 737 a; Ggstz πάθος, IX, 876 d; τῶν ἀγαθῶν, Charm. 163 e; αὐτὰ ἐν ταῖς πράξεσιν, im Handeln, in der Wirklichkeit, Phaedr. 271 e, vgl. Ep. VII, 343 a; Xen. u. Folgde; ἐν αὐτῷ τῷ τῆς πράξεως καιρῷ διεφθάρη, Pol. 3, 19, 11; μετὰ δὲ ταύτην τὴν πρᾶξιν, 1, 24, 5, u. öfter; listige Unternehmung, Verrätherei, καὶ ἐπιβουλὴ ἐπὶ τὴν πόλιν, 2, 9, 2; πρᾶξιν συνίστασθαι κατά τινος, 4, 8, 3; ἐπί τινα, 5, 96, 3, u. öfter; bes. auch Tüchtigkeit zum Handeln, καὶ σύνεσιν ἔχειν, 2, 47, 5, vgl. πρᾶξις καὶ τόλμα ἐν τοῖς πολεμικοῖς, 4, 27, 1. – Das Eintreiben, Einfordern, τοῦ μισθοῦ, Plat. Prot. 328 b, τελῶν, Rep. IV, 425 d, u. Sp. – Wie εὖ, κακῶς πράττειν in einem guten od. unglücklichen Zustande sich befinden heißt, wird auch πρᾶξις übh. für Zustand, Lage, Befinden gebraucht, Ἰοῦς, Aesch. Prom. 797; Soph. Trach. 152. 819 Ai. 790; πράξεις κακὰς ἐφυμνεῖν τινι, Ant. 1305; auch Her., πρᾶξιν ἑαυτοῦ πᾶσαν ἀποκλαίει, 3, 65. – Bei Sp., wie Hdn. 5, 1, auch = Amtsgeschäft, Amt. – Und, wie πραγματεία, Werk, Schrift, Abhandlung, Sp.

Greek (Liddell-Scott)

πρᾶξις: -εως, Ἰωνικ. πρῆξις, -ιος, ἡ· (πράσσω)· ― ἐμπορικὴ πρᾶξις, ἐμπορικὴ ἐπιχείρησις, πλεῖν κατὰ πρῆξιν, «κατ’ ἐμπορίαν ἐπὶ τῷ ἰδίῳ κέρδει» (Σχόλ.) (πρβλ. πρακτήρ), Ὀδ. Γ. 72, Ι. 253· ἐπὶ πρ. πλεῖν Ὕμν. Ὁμ. εἰς Ἀπολλ. 397· πρῆξις δ’ ἥδ’ ἰδίη, οὐ δήμιος, ἰδιωτικὴ πρᾶξιςὑπόθεσις οὐχὶ δημοσία, Ὀδ. Γ. 82· πρῆξιν μηδὲ φίλοισιν ὅμως ἀνακοίνεο πᾶσιν Θέογν. 73· π. οὐρία Αἰσχύλ. Χο. 814· ἀπὸ ταύτης τῆς πρ. Θουκ. 3. 114· πρ. περί τινος, ἡ ἐνέργεια ὡς πρός..., ὁ αὐτ. 6. 88. 2) τὸ ἀποτέλεσμα, τὸ τέλος ὑποθέσεώς τινος· μάλιστα καλόν, αἴσιον ἀποτέλεσμα, οὐ γάρ τις πρῆξις πέλεται… γόοιο, «τίποτε δὲν γίνεται», οὐδὲν κατορθοῦται διὰ τῶν δακρύων, Ἰλ. Ω. 524 (ὅπερ ἐκφέρεται κατωτέρω 550, διὰ τοῦ οὔ τι πρήξεις ἀκαχήμενος)· οὕτω, οὔ τις πρῆξις ἐγίγνετο μυρομένοισιν Ὀδ. Κ. 202, 568· ᾦ λυμαινόμεθα τὴν πρᾶξιν, οὗ σκοποῦμεν νὰ καταστρέψωμεν τὴν ἐπιχείρησιν, Ξεν. Ἀν. 1. 3, 16· πρᾶξιν φίλαν διδόναι, εὐτυχὲς ἀποτέλεσμα, Πινδ. Ο. 1. 136· πρ. οὐρίαν θέλων Αἰσχύλ. Χο. 814· ταχεῖα δ’ ἦλθε χρησμῶν πρ., ἐκπλήρωσις, ἀποτέλεσμα αὐτῶν, ὁ αὐτ. ἐν Πέρσ. 739· ἄνευ τούτων οὐκ ἂν εἴη πρ. Ξεν. Κυν. 2. 2. ΙΙ. ἐνέργεια, ἐκτέλεσις, κακότητος Θέογν. 1026· αἱ τῶν ἀγαθῶν πρ. Πλάτ. Χαρμ. 163D· ἡ πρ. τῶν ἔργων Ἀντιφῶν 125. 5· πρ. πολεμική, ποιητική, πολιτική, κτλ., Πλάτ., κτλ.· ― ἐνέργεια, ἐν ἀντιθέσει πρὸς τὸ πάθος, Πλάτ. Νόμ. 876D· πρὸς τὸ ἕξις, ὁ αὐτ. ἐν Πολ. 434Α· ἐν ἀντιθέσει πρὸς τὸ ὁμιλεῖν, Δημ. 66. 7 καὶ 19., 1414. 14· ἐν ταῖς πράξεσιν ὄντα τε καὶ θεώμενα, ἐν τῷ πρακτικῷ βίῳ, Πλάτ. Φαῖδρ. 271D· ἐν Ἀριστ. Ἠθ. Νικ. 6. 2, πρᾶξις, (ἐνέργεια) διακρίνεται ῥητῶς ἀπὸ τῆς θεωρίας καὶ ἀπὸ τῆς ποιήσεως, ὡς καὶ ἀπὸ τῆς προαιρέσεως, πρβλ. 1. 1, 1., 10. 8, 5, Πολιτικ. 1. 2, 6. 2) ἐνέργεια, ἄσκησις, χειρῶν, σκελῶν, στόματος, διανοίας Πλάτ. Λακ. 192Α. 3) κατ’ εὐφημισμὸν ἐπὶ τῆς σαρκικῆς μίξεως καὶ συνουσίας, Πινδ. Ἀποσπ. 236, Αἰσχίν. 22. 35, κτλ.· πλῆρες, ἡ πρ. ἡ γεννητικὴ Ἀριστ. π. τὰ Ζ. Ἱστ. 5. 2, 2· πρβλ. πράσσω ΙΙ. 3. ΙΙΙ. ἐνέργεια, πρᾶξις, Σοφ. Ο. Τ. 895, Ο. Κ. 560, κτλ.· μιᾶς οὐ μνησθήσομαι πράξεως Ἰσοκρ. 259Α, πρβλ. Πολύβ. 3. 19, 11, κτλ. IV. ὡς τὸ εὖ ἢ κακῶς πράσσειν, ἡ κατάστασίς τινος καλὴ ἢ κακή, ἡ τύχη, ἀπέκλαιε… τὴν ἑωυτοῦ πρ. Ἡρόδ. 3. 65, πρβλ. Αἰσχύλ. Πρ. 695, Σοφ. Αἴ. 790. 792· εὐτυχὴς πρ., ὁ αὐτ. ἐν Τρ. 294· κακαὶ πράξεις ὁ αὐτ. ἐν Ἀντ. 1305. V. ἀγωγή, δεξιότης, πρακτικὴ ἱκανότης, Πολύβ. 2. 47, 5., 4. 77, 1· ― ὡσαύτως, δεξιότης ἐπὶ τῆς ἐννοίας τῆς ἐξαπατήσεως, ὁ αὐτ. 2. 9, 2· κατά τινος ἢ ἐπί τινα ὁ αὐτ. 4. 71, 6, κτλ. VI. ἡ ἀπαίτησις καὶ εἴσπραξις χρημάτων, ἡ εἴσπραξις ὀφειλομένων, καθυστερουμένων κτλ., π. συμβολαίων Ἀνδοκ. 12. 8· τοῦ μισθοῦ Πλάτ. Πρωτ. 328Β· τελῶν ὁ αὐτ. ἐν Πολ. 425D· κατὰ Ἀρτέμωνος... ἔστω ἡ πρᾶξις τοῖσι δανείσασι, οἱ δανεισταὶ ἃς κινήσωσιν ἀγωγὴν εἰσπράξεως κατὰ τοῦ Ἀρτέμωνος, Δημ. 926. 27· αἱ πρ. τῶν καταδικασθέντων Ἀριστ. Πολιτικ. 6. 8, 8· ― ἐντεῦθεν πρᾶξιν λαβεῖν = δίκην λαβεῖν, βαρβάρων χάριν γάμων πρᾶξιν ὡς Ἑλλὰς λάβοι Εὐρ. Ι. Α. 272. VII. ἐν τῷ πληθ., δημόσιος ἢ πολιτικὸς βίος, ἡ περὶ τὰς πρ. ἐπιστήμη Δημ. 1414. 4· ― βραδύτερον ἐν τῷ ἑνικῷ, δημόσιον ὑπούργημα, Ἡρῳδιαν. 5. 1, κτλ. VIII. ἡ διδασκαλία ῥητοροδιδασκάλου ἢ φιλοσόφου, Μαρῖνος ἐν βίῳ Πρόκλου 22, κλπ.

French (Bailly abrégé)

εως (ἡ) :
I. action :
1 fait d’agir;
2 action, acte en gén.
3 mise en activité, action, exercice (d’un membre, d’un organe);
II. p. suite :
1 exécution, accomplissement;
2 entreprise, conduite d’une affaire (de guerre, de politique, etc.) ATT ; αἱ πράξεις les affaires publiques;
3 particul. commerce, négoce ; revendication;
4 en mauv. part intrigue, menée;
III. 1 manière d’agir, conduite;
2 manière d’être ; état, situation ; sort, fortune, destinée bonne ou mauvaise : τὴν ἑωυτοῦ πρῆξιν ἀπέκλαιε HDT il déplorait sa destinée ; au pl. κακαὶ πράξεις SOPH destinée malheureuse;
IV. résultat d’une action, suite, conséquence : χρησμῶν ESCHL accomplissement d’un oracle ; οὔ τις πρῆξις πέλεται γόοιο IL il ne sert de rien de gémir ; οὔ τις πρῆξις ἐγίγνετο μυρομένοισιν OD il ne servait de rien de pleurer.
Étymologie: πράσσω.

English (Slater)

πρᾱξις (-ις, -ιος, -ιν.)
   a accomplishment “τὺ δὲ πρᾶξιν φίλαν δίδοι” (O. 1.85) ὠκεῖα δ' ἐπειγομένων ἤδη θεῶν πρᾶξις (P. 9.68) μὴ πρεσβυτέραν ἀριθμοῦ δίωκε, θυμέ, πρᾶξιν fr. 127. 4.
   b event σύμβολον δ' οὔ πώ τις ἐπιχθονίων πιστὸν ἀμφὶ πράξιος ἐσσομένας ευλτ;γτ;ρεν θεόθεν (O. 12.8)

Spanish

práctica, operación, ritual

English (Strong)

from πράσσω; practice, i.e. (concretely) an act; by extension, a function: deed, office, work.

English (Thayer)

πράξεως, ἡ (πράσσω), from Homer down;
a. a doing, a mode of acting; a deed, Acts , transaction: universally, πράξεις τῶν ἀποστόλων (Griesbach; inserts ἁγίων, L Tr WH omit τῶν, Tdf. has simply πράξεις), the doings of (i. e. things done by) the apostles, in the inscription of the Acts; singular in an ethical sense: both good and bad, crime, wicked doings (cf. our practices i. e. trickery; often so by Polybius): κακῇ added, as Ev. Nicod. 1Ἰησοῦς ἐθεράπευσε δαιμονιζομένους ἀπό πράξεων κακῶν).
b. a thing to be done, business (A. V. office) (Xenophon, mem. 2,1, 6): Romans 12:4.

Greek Monolingual

-εως, ἡ, ΜΑ
βλ. πράξη.

Greek Monotonic

πρᾶξις: -εως, Ιων. πρῆξις, -ιος, ἡ (πράσσω),
I. 1. πράξη, διεξαγωγή, επιχείρηση, πλεῖν κατὰ πρῆξιν, σε εμπορικό ταξίδι, σε Ομήρ. Οδ.· πρῆξις δ' ἥδ' ἰδίη, οὐ δήμιος, ιδιωτική, όχι δημόσια υπόθεση, στο ίδ.
2. αποτέλεσμα ή συμπέρασμα υπόθεσης, οὐ γάρ τις πρᾶξις πέλεται γόοιο, κανένα καλό δεν βγαίνει με τα δάκρυα, σε Ομήρ. Ιλ.· ομοίως, οὔ τις πρᾶξις ἐγίγνετο μυρομένοισιν, σε Ομήρ. Οδ.· πρᾶξιν οὐρίαν θέλων, σε Αισχύλ.· χρησμῶν πρᾶξις, το αποτέλεσμα αυτών, στον ίδ.
II. 1. ενέργεια, εκτέλεση, δράση, κακότητος, σε Θέογν.· πρᾶξις πολεμική, ποιητική, πολιτική, σε Πλάτ.· ενέργεια, αντίθ. προς το πάθος, στον ίδ.· ἐν ταῖς πράξεσι, στη δραστήρια, ενεργητική ζωή, στον ίδ.
2. ενέργεια, άσκηση, χειρῶν, σκελῶν, στον ίδ.
III. ενέργεια, πράξη, σε Σοφ. κ.λπ.
IV. όπως το εὖ ή κακῶς πράσσειν, καλή ή κακή πράξη που διαμορφώνει με αυτόν τον τρόπο τη μοίρα κάποιου, την κατάσταση, τις συνθήκες, σε Ηρόδ., Αισχύλ. κ.λπ.
V. πρακτική ικανότητα, επιδεξιότητα, σε Πολύβ.· επίσης, τέχνασμα, απάτη, στον ίδ.
VI. αξίωση για απόδοση χρημάτων, ανάκτηση ανεξόφλητων χρεών ή καθυστερούμενων οφειλών, πρᾶξις συμβολαίων, σε Πλάτ., Δημ.· απ' όπου, αξίωση εκδίκησης, τιμωρία, σε Ευρ. VΙI. σε πληθ., δημόσια ή πολιτική ζωή, σε Δημ.

Dutch (Woordenboekgrieks.nl)

πρᾶξις -εως, ἡ, ep. en Ιon. πρῆξις [πράττω] handeling, het handelen, daad:. ἡ ἀξία τοῦ πάθους τε καὶ πράξεως de straf die past bij de schade en de daad Plat. Lg. 876d; ἐν ταῖς τῶν χειρῶν πράξεσιν bij de activiteiten van de handen Plat. Lach. 192a; ἔργῳ κωλύειν καὶ πράξεσιν, οὐχὶ λόγοις δέον het is nodig (hen) metterdaad en door handelingen te beteugelen, niet door woorden Dem. 6.3; ἕτερον δ ’ ἐστὶ ποιήσις καὶ πρᾶξις produceren en handelen zijn verschillende zaken Aristot. EN 1140a2; ἐάν... ποιῇ φανερὸν ὁ λόγος ἢ ἡ πρᾶξις προαίρεσίν τινα als het spreken of handelen een voornemen duidelijk maakt Aristot. Poët. 1454a18. het verrichten, de uitvoering, met gen. obj..; ἄλλος ἐπ ’ ἄλλου ἔργου πρᾶξιν ieder voor de uitvoering van een andere taak Plat. Resp. 370b; τὴν τῶν ἀγαθῶν πρᾶξιν ἢ ποίησιν het verrichten of produceren van het goede Plat. Chrm. 163e; milit.:; ἐν... πολεμικῇ πράξει bij krijgsverrichtingen Plat. Resp. 399a; εὐτυχῆ κλύουσα πρᾶξιν τήνδε nu ik hoor over deze gelukkige uitkomst (van de strijd) Soph. Tr. 294; διὰ τὴν περὶ τῶν Μαντινικῶν πρᾶξιν vanwege zijn optreden in de strijd bij Mantinea Thuc. 6.88.9; jur. invordering:; τελῶν πράξεις invorderingen van belastingen Plat. Resp. 425d; αἱ πράξεις τῶν καταδικασθέντων het ten uitvoer brengen van vonnissen over veroordeelden Aristot. Pol. 1321b42; overdr..; πρᾶξιν λαβεῖν wraak nemen Eur. IA 272; abs. onderneming:. ἤ τι κατὰ πρῆξιν ἦ μαψιδίως ἀλάλησθε; dwalen jullie rond voor zaken of zomaar? Od. 9.253; πρῆξις δ ’ ἥδ ’ ἰδίη dit is een privé kwestie Od. 3.82. resultaat, afloop, succes, met gen. subj.. οὐ γάρ τις πρῆξις πέλεται κρυεροῖο γόοιο want met vreselijk gejammer schiet je toch niets op Il. 24.524; πρᾶξιν φίλαν δίδοι moge hij een goede afloop geven Pind. O. 1.85; ταχεῖά γ ’ ἦλθε χρησμῶν πρᾶξις snel kwam de realisering van de orakels Aeschl. Pers. 739. hoe iemand het maakt ( vgl. εὖ / κακῶς πράττειν ) toestand, lot:. ἀπέκλαιε πᾶσαν τὴν ἑωυτοῦ πρῆξιν hij beweende zijn hele situatie Hdt. 3.65.7; σοὶ κακὰς πράξεις ἐφυμνήσασα u een vreselijk lot toewensend Soph. Ant. 1305.

Russian (Dvoretsky)

πρᾶξις: эп.-ион. πρῆξις, εως ἡ
1) дело: π. ἰδίη, οὐ δήμιος Hom. личное, а не общественное дело; κατὰ πρῆξιν ἢ μαψιδίως; Hom. по делу или без дела?;
2) торговое дело, торговля: ἐπὶ πρῆξιν καὶ χρήματα πλεῖν HH плавать по торгово-денежным делам;
3) событие, происшествие: ἐφοβεῖτο αὐτοὺς διὰ τὴν περὶ τῶν Μαντινικῶν πρᾶξιν Thuc. (Алкивиад) опасался (элидян) в связи с мантинейской историей;
4) исход, результат (π. φίλα Pind.; π. οὐρία Aesch.);
5) благоприятный исход, успех, польза (οὔ τις π. ἐγίγνετο Hom.): ἄνευ τούτων οὐκ ἂν εἴη π. Xen. без этого ничего не выйдет;
6) действие, деяние, деятельность (πράξεις ἀποστόλων NT): ἕξις καὶ π. или πάθος καὶ π. Plat. (страдательное) состояние и действие; πράξεσιν, οὐχὶ λόγοις Dem. действиями, а не словами; αἱ τῶν ἀγαθῶν πράξεις Plat. созидание благ; τῶν χειρῶν πράξεις Plat. движения рук; π. ποιητική Plat. поэтическое творчество; π. πολιτική Plat., pl. Arst. политическая деятельность;
7) дельность, опытность, предприимчивость: πρᾶξιν καὶ σύνεσιν ἔχων Polyb. дельный и сообразительный;
8) общение (ἡ π. ἡ γεννητική Arst.): ἡ π. Aeschin. половой акт;
9) положение, состояние, судьба: τὴν ἑωϋτοῦ πρῆξιν ἀπέκλαιε Her. (Камбис) оплакивал свою судьбу; πέφρικ᾽ εἰσιδοῦσα πρᾶξιν Ἰοῦς Aesch. я содрогаюсь, видя участь Ио;
10) хитрость, козни (π. καὶ ἐπιβουλὴ ἐπὶ τὴν πόλιν Polyb.): π. κατά τινος и ἐπί τινα Polyb. козни против кого-л.;
11) исполнение, свершение (τοῦ ἔργου Plat.): ταχεῖα γ᾽ ἦλθε χρησμῶν π.! Aesch. быстро же осуществились прорицания!;
12) взимание, взыскание (τοῦ μισθοῦ Plat.; τῶν καταδικασθέντων Arst.);
13) требование (о возврате чего-л.), притязание: πρᾶξίν τινος λαβεῖν Eur. получить возмещение за что-л.;
14) pl. политическая или общественная деятельность: ἡ περὶ τὰς πράξεις ἐπιστήμη Dem. политическая наука.

Middle Liddell

πρᾶξις, εως, πράσσω
I. a doing, transaction, business, πλεῖν κατὰ πρῆξιν on a trading voyage, Od.; πρῆξις δ' ἥδ' ἰδίη, οὐ δήμιος a private, not a public affair, Od.
2. the result or issue of a business, οὐ γάρ τις πρ. πέλεται γόοιο no good comes of weeping, Il.; so, ὄυ τις πρ. ἐγίγνετο μυρομένοισιν Od.; πρ. οὐρίαν θέλων Aesch.; χρησμῶν πρ. their issue, Aesch.
II. an acting, transacting, doing, κακότητος Theogn.; πρ. πολεμική, ποιητική, πολιτική Plat.:— action, opp. to πάθος, Plat.; ἐν ταῖς πράξεσι in actual life, Plat.
2. action, exercise, χειρῶν, σκελῶν Plat.
III. an action, act, Soph., etc.
IV. like τὸ εὖ or κακῶς πράσσειν, a doing well or ill, faring so and so, one's fortune, state, condition, Hdt., Aesch., etc.
V. practical ability, dexterity, Polyb.:— also, practice, trickery, Polyb.
VI. the exaction of money, recovery of outstanding debts or arrears, πρ. συμβολαίων Plat., Dem.:—hence, the exaction of vengeance, retribution, Eur.
VII. in pl. public or political life, Dem.

Chinese

原文音譯:pr©xij 普拉克西士
詞類次數:名詞(6)
原文字根:實行
字義溯源:實施,活動,用處,所為,所行的事,行為;源自(ἀναπράσσω / πράσσω)*=實行)。參讀 (ἔργον)同義字
出現次數:總共(6);太(1);路(1);徒(1);羅(2);西(1)
譯字彙編
1) 行為(3) 太16:27; 羅8:13; 西3:9;
2) 用處(1) 羅12:4;
3) 為(1) 路23:51;
4) 所行的事(1) 徒19:18