Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

πταρμικός

Revision as of 11:35, 14 January 2019 by Spiros (talk | contribs) (Text replacement - "<i>η [[" to "η [[")
(diff) ← Older revision | Latest revision (diff) | Newer revision → (diff)
τύμβος, ὦ νυμφεῖον, ὦ κατασκαφής οἴκησις αἰείφρουρος, οἷ πορεύομαι πρὸς τοὺς ἐμαυτῆς -> Tomb, bridal chamber, eternal prison in the caverned rock, whither I go to find mine own.
Sophocles, Antigone, 883
Full diacritics: πταρμικός Medium diacritics: πταρμικός Low diacritics: πταρμικός Capitals: ΠΤΑΡΜΙΚΟΣ
Transliteration A: ptarmikós Transliteration B: ptarmikos Transliteration C: ptarmikos Beta Code: ptarmiko/s

English (LSJ)

ή, όν,

   A causing to sneeze, φάρμακα Id.2.883; π., τά, sternutatories, Hp.Epid.7.112: sg., Id.Aph.5.49, Arist.Pr.962b4, Diog.Ep.35.3.

German (Pape)

[Seite 807] niesend; φάρμακα, Niesen veranlassend, Medic.

Greek (Liddell-Scott)

πταρμικός: -ή, -όν, ὁ διεγείρων, προξενῶν πταρμόν, τὰ πταρμικά, τὰ κινητικὰ πταρμῶν, Ἱππ. Ἀφορ. 1255, πρβλ. Ἀριστ. Προβλ. 39. 9, 3.

Greek Monolingual

-ή, -ό / πταρμικός, -ή, -όν, ΝΑ πταρμός
1. αυτός που προκαλεί πταρμό, φτέρνισμα
2. το θηλ. ως ουσ. η πταρμική
είδος φυτού που προξενεί φτέρνισμα
αρχ.
(το ουδ. πληθ. ως ουσ.) τὰ πταρμικά
όσα προκαλούν πταρμό.

Dutch (Woordenboekgrieks.nl)

πταρμικός -ή -όν [πταρμός] niezen opwekkend; Hp.; subst. τὸ πταρμικόν middel om niezen op te wekken. Hp.