Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

πταῖσμα

Revision as of 17:50, 10 January 2019 by Spiros (talk | contribs) (Text replacement - "''' ατος τό<b class="num">1)" to "''' ατος τό<br /><b class="num">1)")
(diff) ← Older revision | Latest revision (diff) | Newer revision → (diff)
Τὸ νικᾶν αὐτὸν αὑτὸν πασῶν νικῶν πρώτη τε καὶ ἀρίστη -> The first and best victory is to conquer self.
Plato, Laws 626e
Full diacritics: πταῖσμα Medium diacritics: πταῖσμα Low diacritics: πταίσμα Capitals: ΠΤΑΙΣΜΑ
Transliteration A: ptaîsma Transliteration B: ptaisma Transliteration C: ptaisma Beta Code: ptai=sma

English (LSJ)

ατος, τό, (πταίω)

   A stumble, trip, false step, mistake, Thgn. 1222 (pl.); of a horse, Plu.2.549c, etc.; in writing, Longin.33.4 (pl.).    2 error, fault, J.AJ7.7.1; τῆς ἀνοσιουργίας ἀσεβῆ π. Iamb. Myst.3.31.    II failure, misfortune, euphem. for defeat, ἢν σφέας καταλάβῃ π. πρὸς τὸν Πέρσην Hdt.7.149; συμβαίνει π. [τινί] D.10.13, cf. Aeschin.3.164; ἄν τι γένηται π. D.Ep.3.18; τὸ τῆς τύχης π. Phld. Vit.p.22J.; περὶ τὴν ναυμαχίαν D.S.11.15.

German (Pape)

[Seite 807] τό, Anstoß, Verstoß, Versehen, Theogn. 1226; Unfall, Niederlage, πρὸς τὸν Πέρσην, Her. 7, 149, μικρὸν πταῖσμα πάντα ἀνεχαίτισε, Dem. 2, 9, vgl. 11, 7, εἴ τι πταῖσμα συμβήσεται Ἀλεξάνδρῳ, Aesch. 3, 164; Folgde, wie Luc. pro laps. 1; τὰ πλουσίων πταίσματα, Hdn. 7, 3, 11.

Greek (Liddell-Scott)

πταῖσμα: τό, (πταίω) πρόσκομμα, σφάλμα, «σκόντμαμα», λάθος, Θέογν. 1226, Πλούτ. 2. 549C, κτλ.· σφάλμα ἐν τῇ γραφῇ, Λογγῖν. 33. ΙΙ. ἀποτυχία, δυστύχημα, κατ’ εὐφημισμὸν ἐπὶ ἥττης, ἤν σφεας καταλάβῃ πτ. πρὸς τὸν Πέρσην Ἡρόδ. 7. 149· συμβαίνει πτ. τινι Δημ. 135. 2, πρβλ. Αἰσχίν. 77. 13· γίγνεται πτ. Δημ. 1479. 3· περὶ τὴν ναυμαχίαν Διόδ. 11. 15· ἰδὲ πταίω ΙΙ.

French (Bailly abrégé)

ατος (τό) :
faux pas, d’où fig.
1 faute, erreur, méprise;
2 accident, revers.
Étymologie: πταίω.

Greek Monolingual

το / πταῑσμα, ΝΜΑ, και φταίσμα Ν, και πταίμα Α πταίω / φταίω]
1. ενέργεια και το αποτέλεσμα του πταίω, φταίξιμο, υπαιτιότητα, σφάλμα
2. παράπτωμα
νεοελλ.
1. (αστ. δίκ.) παράπτωμα της βούλησης που συνεπάγεται κατά νόμο την ευθύνη του προσώπου, η οποία συνδέεται με την υποχρέωση αποκατάστασης της ζημιάς που προκάλεσε κανείς λόγω πταίσματός του, με αδικοπραξία ή κατά την εκπλήρωση συμβατικών υποχρεώσεών του, παράπτωμα που έχει δύο βασικές μορφές, τον δόλο και την αμέλεια
2. (ποιν. δίκ.) κάθε πράξη η οποία τιμωρείται με κράτηση ή με πρόστιμο
3. το πταισματοδικείο
αρχ.
1. πρόσκομμα, σκόνταμα
2. σφάλμα στη γραφή
3. ελάττωμα
4. χτύπημα ή μώλωπας στα δάχτυλα τών ποδιών
5. (μτφ. και κατ' ευφημισμό) αποτυχία, ήττα («ἤν σφέας καταλάβῃ πταῑσμα πρὸς τὸν Πέρσην», Ηρόδ.).

Greek Monotonic

πταῖσμα: τό,
I. παραπάτημα, σκόνταμα, σφάλμα, λάθος, σε Θέογν.
II. αποτυχία, δυστυχία, συντριβή, σε Ηρόδ., Δημ. κ.λπ.

Russian (Dvoretsky)

πταῖσμα: ατος τό
1) ошибка, промах (τὸ π. καὶ ἡ ἁμαρτία Plut.);
2) неудача, поражение, провал Her., Dem., Aeschin., Diod.

Dutch (Woordenboekgrieks.nl)

πταῖσμα -ατος, τό [πταίω] tegenslag, nederlaag.

Middle Liddell

πταῖσμα, ατος, τό,
I. a stumble, trip, false step, Theogn.
II. a failure, misfortune, defeat, Hdt., Dem., etc. [from πτάξ