Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

πόλις

Revision as of 10:22, 20 January 2019 by Spiros (talk | contribs) (Text replacement - "mdlsjtxt=!" to "mdlsjtxt=")
(diff) ← Older revision | Latest revision (diff) | Newer revision → (diff)
Ἐς δὲ τὰ ἔσχατα νουσήματα αἱ ἔσχαται θεραπεῖαι ἐς ἀκριβείην, κράτισται -> For extreme diseases, extreme methods of cure, as to restriction, are most suitable.
Corpus Hippocraticum, Aphorisms 1.6.2
Full diacritics: πόλις Medium diacritics: πόλις Low diacritics: πόλις Capitals: ΠΟΛΙΣ
Transliteration A: pólis Transliteration B: polis Transliteration C: polis Beta Code: po/lis

English (LSJ)

Ep. also πτόλις (found sts. in Trag. etc.,

   A v. πτόλις) , ἡ: Ep. forms, acc. sg. πόληα Hes.Sc.105, Call.Aet.Oxy.2080.62; gen. πόλιος or πτόλιος, Il.2.811, 4.514, al., πόληος 16.395, al. (also Thgn.757), πόλεος Il.21.567; dat. πόλει 5.686, al., πτόλεϊ 17.152, πόληϊ 3.50 (also Tyrt.12.15): pl., nom. πόλιες Od.15.412, πόληες Il.4.45; gen. πολίων 1.125, al.; dat. πολίεσσι Od.21.252; acc. πόλεις Il.2.648, al., πόληας Od.17.486, Call.Fr.9.70 P.(scanned IG12.826), πόλιας (disyll.) Od.8.560,574, (trisyll.) Il.4.308 (s.v.l., πόλεας Aristarch.): Ion. forms, gen. πόλεως IG12(8).356 (Thasos), GDI5653a13 (Chios), etc., also Xenoph.2.9,22, v.l. in Thgn.1043; written πόλειως GDI5532.19 (Zeleia); πόλεος ib.5339.41 (Orop.), IG12(7).103 (Amorgos), Thgn. 776, etc., πόλιος Hdt.1.26, al., Herod.2.8, al., πόληος Thgn. (v. supr.), cj. in Hippon.47, cf. An.Ox.1.361; dat. mostly πόλει, but πόλῑ Hdt. 2.60, al., πόληϊ (or -ῃ) SIG169.3 (lasos, iv B.C.): pl., usu. πόλεις, πόλεων, πόλεσι, but in Hdt. πόλιες 1.142, al., πολίων ib.6, al., πόλισι ib. 151, al.; acc. πόλῑς 2.177,al., πόλιας 1.142, 2.102, al.: Dor. gen. sg. πόλιος SIG615.3 (Delph., ii B.C.); dat. sg. πόλι IG4.839 (Calaurea, iv B.C.); dat. pl. πολίεσι Pi.P.7.8; πολίεσσι Foed.Lac. ap. Th.5.77 (v.l. πολίεσι), 79, IG42(1).74.4 (Epid., iii B.C.); Cret. πόλιθι GDI5019.3: Aeol. gen. πόλιος IG12(2).526a8 (πόληος is an Epicism in Alc. Supp.17.6); gen. pl. πολίων IG11(4).1064b20; dat. pl. πολίεσσι ib. 12(2).1.6: Trag., gen. πόλεως disyll. (as also in Com., exc. Ar.Eq. 763), thrice πόλεος A.Ag.1167 (lyr.), S.Ant.162, E.Or.897:—Att. Inscrr. earlier than 350 B.C. sts. have dat. sg. πόλῃ, IG12.108.35,22.17.10,42.5, 53.7; Att. dual πόλη Isoc.8.116, πόλη or πόλει Aeschin. Socr.8 (where Choerob. cites both forms, in Theod.1.314, 136 H.); gen. τοῖν πολέοιν Isoc.4.73: Elean nom. sg. πόλερ Schwyzer425.16; gen. πόλιορ ib.20 (iii/ii B.C.):—city, Hom. ll.cc., Hes.Sc.270, etc.; π. ἄκρη, ἀκροτάτη, = ἀκρόπολις, the citadel, Il.6.88, 20.52; which at Athens also was in early times called simply π., while the rest of the city was called ἄστυ, καλεῖται . . ἡ ἀκρόπολις μέχρι τοῦδε ἔτι ὑπ' Ἀθηναίων π. Th.2.15; ἐν πόλει in treaties, Id.5.23,47, cf. IG12.372.1, Ar. Lys.245,758; ἐς πόλιν IG12.91.4; πρὸς πόλιν Ar.Lys.288 (lyr.); ἐκ πόλεως Id.Eq.1093; but ἐν τῇ πόλει X.An.7.1.27, dub. in Antipho 6.39; so Ἰνάχου π. the citadel of Argos, E.Fr.228.6; of the Cadmea at Thebes, Plu.Pel.18, cf. Str.8.6.8; of Alexandria, Eust.239.13; π. ἡ ἁγία, of Jerusalem, LXX Ne.11.1: with the name of the city added in gen., Ἰλίου π., Ἄργους π., the city of . ., A.Ag.29, Ar.Eq.813; also in appos., ἡ Μένδη π. Th.4.130; ἡ π. οἱ Ταρσοί X.An.1.2.26.    2 one's city or country, πόθι τοι π. ἠδὲ τοκῆες; Od.1.170, etc., cf. πόλιν· τὴν χώραν, Hsch.    3 ὁ ἐπὶ τῆς πόλεως city governor, OGI113.3,134.2, al.(Cyprus, ii B.C.), Plb.5.39.3: without Art., ἐπὶ πόλιος IG7.2809.2 (Hyettus, iii B.C.), etc.; ἐπὶ πόλεως ib.299.1 (Oropus. iii B.C.); στρατηγὸς πόλεως OGI743 (Ptol.); στρατηγὸς τῆς π. BGU729.1 (ii A.D.); στρατηγὸς κατὰ πόλιν, = Lat. praetor urbanus, IG14.951.2 (Rome, i B.C.).    II country, as dependent on and called after its city, ἀνθρώπων οἳ τήνδε π. καὶ γαῖαν ἔχουσιν Od.6.177, cf. Hes.Sc.380, S.OC 1533. etc.; esp. of islands peopled by men, Αῆμνον π. Θόαντος Il.14.230; π. Αἴαντος, = Σαλαμίς, Pi.I.5(4).48, etc.; περιρρύτας π. A.Eu.77, cf. E. Ion294, Ar.Pax251 (v. Sch.); also διώχληκε π. πολλὰς... Σικελίαν, Ἰταλίαν, Πελοπόννησον, Θετταλίαν κτλ. Lys.6.6, cf. Str.8.3.31.    III community or body of citizens (opp. ἄστυ, their dwellings, Il.17.144, but in δῆμός τε π. τε Od.11.14, π. denotes the town), ὧν π. ἀνάριθμος ὄλλυται S.OT179(lyr.): hence,    2 state or community, ξύμπασα π. κακοῦ ἀνδρὸς ἀπηύρα Hes.Op.240, cf. Pi.P.2.88, S.OT22, E.Ph.947, etc.; π. ἄνδρα διδάσκει Simon.67; esp. free state, republic, S.Ant.738 (cf. 734), X.Cyr.8.2.28, Arist.Pol.1276a23; τὰ τῆς π. state affairs, government, Pl.Prt.319a; π. ἡ γενῶν καὶ κωμῶν κοινωνία ζωῆς τελείας καὶ αὐτάρκους Arist.Pol.1280b40; τὴν π. φεύγειν shun one's public duties, D.45.66; assembly of citizens, Berl.Sitzb.1927.8 (Locr., v B. C.).    3 rights of citizenship, Ar.Ra.718, D.21.106.    IV πόλιν παίζειν, a game resembling backgammon, Cratin.56, perh. alluded to in Pl.R.422e. (Cf. Skt. pūr, Lith. pilìs 'fortrees'.)

German (Pape)

[Seite 656] poet. auch πτόλις, ἡ, gen. εως, ion. ιος, bei att. Dichtern auch εος, was auch in πόλευς zsgzgn wird, Theogn. 776. 1043, ep. πόληος, bei Hom. ist πόλιος auch zweisylbig gebraucht, Il. 2, 811. 21, 567, wie auch bei den Attikern πόλεως, vgl. Porson Eur. Med. 906; dat. πόλει u. ep. πόληϊ; acc. πόλιν u. Hes. Sc. 105 auch πόληα; plur. nom. neben πόλεις ep. πόληες, auch πόλιες, Od. 15, 412, wie Pind. N. 18, 47; gen. πόλεων, u. poet. πολίων; dat. πόλεσιν, ep. πολίεσσιν, Od. 21, 252. 24, 355, Pind. P. 7, 9 πολίεσι, auch in einem Decret der Lacedämonier Thuc. 5, 77. 79; acc. πόλεις, ep. πόληας, auch πόλιας, was Od. 5, 560 zweisylbig ist, u. Her. πόλις; gen. dual. τοῖν πολέοιν, Isocr. 4, 73 (von πόλος, πολέω, eigtl. wo man sich aufhält); – die Stadt; Hom. bes. Troja, Il. 2, 367; πόλις ἄκρη u. ἀκροτάτη, = ἀκρόπολις, der höchste, befestigte Theil der Stadt, die Stadtburg, 6, 88. 257. 20, 52; πόλις πύργοις ἀραρυῖα, 15, 737; er vrbdt auch πόθι τοι πόλις ἠδὲ τοκῆες, Od. 1, 170 u. öfter, Vaterstadt, die Stadt, wo man wohnt, vgl. εἰ πατρίδ' ἱκοίατο καὶ πόλιν αὐτῶν, 10, 416; πατρί τε σῷ μέγα πῆμα πόληΐ τε παντί τε δήμῳ, Il. 3, 50; er bezeichnet auch eine ganze Gegend damit, insofern sie durch Gründung einer Stadt angebau't und von Menschen bewohnt ist, Od. 6, 177, wohin man auch rechnet ὅπως πόλιν καὶ ἄστυ σαώσῃς Il. 17, 144, vgl. Schol. Il. 14, 230 Strab. VIII, 3 u. Lehrs de stud. Aristarch. p. 250; Eur. sagt Ion 305 Εὔβοι' Ἀθήναις ἐστί τις γείτων πόλις; vgl. frg. Rhadam. 2 u. Soph. frg. 360; der Schol. Ar. Pax 251 bemerkt ὅτι πόλιν εἶπε τὴν Σικελίαν νῆσον οὖσαν, καὶ Ὅμηρος πολλάκις τὰς νήσους πόλεις καλεῖ (wofür er Il. 14, 231 anführt); Lys. 6, 6, wo Σικελία, Πελοπόννησος folgt; vgl. ὑπέρ τε πόντον καὶ περιῤῥύτας πόλεις, Aesch. Eum. 77. Im Gegensatz von ἄστυ bezeichnet es aber den Verein der Bürger, u. dieses die Gebäude der Stadt selbst, vgl. Böckh expl. Pind. Ol. 7, 34 Dissen Isthm. 4, 49 ff.; ἐν πρύμνῃ πόλεως οἴακα νωμῶν, Aesch. Spt. 2; ἄνδρας ἐκκρίτους πόλεως, 57; πόλις γὰρ εὖ πράσσουσα δαίμονας τίει, 77; πύργοι μέν, οἳ πόλιν στέγουσιν, Soph. O. C. 15; πασῶν, Ἀθῆναι τιμιωτάτη πόλις, 108, u. öfter; aber noch häufiger von der Gemeinschaft der Bürger, welche die Stadtgemeinde, den Staat bilden, z. B. πόλις γὰρ ἧμιν ἁ' μὲ χρὴ τάσσειν ἐρεῖ, Ant. 730, πόλις γὰρ οὐκ ἔσθ' ἥτις ἀνδρός ἐστ' ἑνός, 733; vgl. bes. ὧν πόλις ἀνάριθμος ὄλλυται, d. i. πολῖται, O. R. 179; u. so Eur. u. schon Hom. Il. 16, 69, Τρώων δὲ πόλις ἐπὶ πᾶσα βέβηκε θάρσυνος; Ar., bei dem es auch allein für die Burg von Athen steht, Equ. 1089 Lys. 245, wie Xen. An. 7, 1, 27; u. so ist, wo von Athen die Rede ist, πόλις die Burg, gew. ἀκρόπολις, u. ἄστυ die eigentliche Stadt; κατὰ πόλιν dem ἐν ταῖς στρατείαις entggstzt, Xen. Mem. 4, 4, 1. – In att. Prosa gew.: πόλεις κατὰ κώμας οἰκούμεναι, Thuc. 1, 5; Plat. sagt ταύτῃ τῇ ξυνοικίᾳ ἐθέμεθα πόλιν ὄνομα, Rep. II, 369 c, u. setzt gegenüber οὔτε πόλιν, οὔτε ἰδιώτην, Conv. 178 d; πόλεις τε καὶ ἔθνη ἀνθρώπων, Rep. I, 348 d. Bei Xen. Cyr. 8, 2, 28 sind πόλεις Demokratieen; τὰ τῆς πόλεως, Staatsangelegenheiten, Staatsverwaltung.

Greek (Liddell-Scott)

πόλις: ἡ· γεν. πόλεως [δισύλλαβ. παρὰ τοῖς Ἀττ. ποιηταῖς, Πόρσ. εἰς Εὐρ. Μήδ. 906]· ἐν τῇ Ἀττικῇ ποιήσει ὡσαύτως καὶ πόλεος, Αἰσχύλ. Θήβ. 215, Σοφ. Ἀντ. 162· Ἐπικ. πόληος· Ἰων. καὶ Δωρ. γεν. πόλιος [δισύλλ. ἐν Ἰλ. Β. 811]· παρ’ Ἴωσι ποιηταῖς ὡσαύτως πόλευς Θέογν. 774, 1039· ― δοτ. πόλει, Ἐπικ. πόληι, Ἰων. πόλι· ― αἰτ. πόλιν, παρ’ Ἡσ. ἐν Ἀσπ. Ἡρ. 105 πόληα. ― Πληθ. ὀνομ. πόλεις, Ἐπικ. πόλιες, Ὀδ. Ο. 412· γεν. πολίων: ― δοτ. πόλισι Ἡρόδ. 1. 151· Ἐπικ. πολίεσσι Ὀδ. Φ. 252, κτλ.· Δωρ. πολίεσι Πινδ. Π. 7. 8, ἐν Συμβατηρίῳ λόγῳ Λακεδαιμονίων παρὰ Θουκ. 5. 77, 79· ― αἰτ. πόλεις, πόλιας, (τρισύλλ., Ἰλ. Δ. 308, δισύλλ., Ὀδ. Θ. 560)· Ἰων. πόλῑς. ― Δυϊκ. πόλη Ἰσοκρ. 44Β, 182Ε, ἀλλ’ ἐν τῷ Οὐρβιν. κώδηκι πόλει, ἀμφοτέρους δὲ τοὺς τύπους ἀποδέχεται ὁ Χοιροβ. σ. 112, 164, 337 Gaisf.· γεν. τοῖν πολέοιν Ἰσοκρ. 55C· ― παρὰ ποιηταῖς ὡσαύτως (χάριν τοῦ μέτρου) πτόλις, ὃ ἴδε. ― Πόλις, ὡς καὶ νῦν, Ὅμ., Ἡσ., κτλ.· πόλις ἄκρη καὶ ἀκροτάτη, = ἀκρόπολις, τὸ φρούριον, Ἰλ. Ζ. 88, 257., Υ. 52· αὕτη ἐν Ἀθήναις ἐκαλεῖτο ὡσαύτως συχνάκις ἁπλῶς πόλις, ἐν ᾧ τὸ λοιπὸν τῆς πόλεως ἐκαλεῖτο ἄστυ· καλεῖται... ἡ ἀκρόπολις μέχρι τοῦδε ἔτι ὑπ’ Ἀθηναίων πόλις Θουκ. 2. 15, πρβλ. 5. 23, 47, Ἀριστοφ. Ἱππ. 1093, Λυσ. 245, 288, 758, Συλλ. Ἐπιγρ. 76, 5., 160. 1, Ἀντιφῶν 146. 2, Ξεν. Ἀν. 7. 1, 27 (ὅθεν οἱ προστάται τῆς τῶν Ἀθηναίων ἀκροπόλεως θεοὶ ἐκαλοῦντο θεοὶ Πολιοῦχοι, πρβλ. πολιοῦχος, Πολιάς, Πολιεύςοὕτως, Ἰνάχου π., ἡ ἀκρόπολις τοῦ Ἄργους, Εὐρ. Ἀποσπ. 230. 6· ἐπὶ τῆς Καδμείας ἀκροπόλεως τῶν Θηβῶν, Πλουτ. Πελοπ. 18· πρβλ. Στράβ. 371. ― Συχνάκις προσετίθετο τὸ ὄνομα τῆς πόλεως κατὰ γεν., Ἰλίου π., Ἄργους π. Αἰσχύλ. Ἀγ. 29, Ἀριστοφ. Ἱππ. 815· ἀλλ’ ὡσαύτως κατὰ παράθεσιν, ἡ Μένδη π. Θουκ. 4. 130· τὴν πόλιν τοὺς Ταρσοὺς διήρπασαν Ξεν. Ἀν. 1. 2, 26. ― Ἴδε Χ. Χαριτωνίδου Ποικίλα Φιλολογ. σ. 107-113 (καὶ ἐν Ἀθηνᾶς τ. ΙΕ΄, σ. 319). 2) ἡ πόλιςπατρίς τινος, πόθοι το π. ἠδὲ το κῆες; Ὀδ. Α. 170· κτλ. 3) ὁ ἐπὶ τῆς πόλεως = praefectus urbi, πολίαρχος, Συλλ. Ἐπιγρ. 2617-21. ΙΙ. ὁλόκληρος χώρα ὡς ἐξαρτωμένη ἐκ τῆς πόλεως καὶ ἐξ αὐτῆς λαμβάνουσα τὸ ὄνομα, Ὀδ. Ζ. 177, πρβλ. Heinr. εἰς Ἡσ. Ἀσπ. Ἡρ. 380· οὕτω καὶ παρὰ Σοφ. Ο. Κ. 1533, κτλ.· ἰδίως, νῆσος κατοικουμένη, Λῆμνον π. Θόαντος Ἰλ. Ξ. 230· περιρρύτας πόλεις Αἰσχύλ. Εὐμ. 77, πρβλ. Εὐρ. Ἴωνα 294, Ἀριστοφ. Εἰρ. 251 (ἴδε Σχολ.), Böckh Expl. Pind. Ο. 7. 34, Dissen. εἰς Ἰσθμ. 4. 49 κἑξ.· οὕτω, διώχληκε πόλεις πολλάς…, Σικελίαν, Ἰταλίαν, Πελοπόννησον, Θετταλίαν κτλ., Λυσ. 103. 38, πρβλ. Στράβ. 356. ΙΙΙ. ὅταν τὸ πόλις καὶ τὸ ἄστυ συνάπτωνται, τότε τὸ μὲν πρῶτον σημαίνει τὸ σύνολον τῶν πολιτῶν, τὴν «κοινότητα», τὸ δὲ δεύτερον τὰς κατοικίας, τὰ οἰκήματα, φράζεο νῦν ὅππως κε πόλιν καὶ ἄστυ σαώσῃς Ἰλ. Ρ. 144 (ἀλλ’ ἐν τῇ φράσει δῆμός τε πόλις τε Ὀδ. Λ. 14, τὸ πόλις δηλοῖ αὐτὸ τοῦτο τὴν πόλιν)· ὧν πόλις ἀνάριθμος ὄλλυται, ἔνθα τὸ πόλις κεῖται ἀντὶ τοῦ πλῆθος πολιτῶν, πολλοὶ πολῖται, Σοφ. Ο. Τ. 179· ― ἐντεῦθεν, 2) τὸ κράτος πολιτικῶς, ἡ πολιτεία, Ἡσ. Ἔργ. κ. Ἡμ. 238, Πινδ. Π. 2. 160., καὶ συχν. παρ’ Ἀττ., οἷον Σοφ. Ο. Τ. 22, κτλ., Valck. εἰς Εὐρ. Φοιν. 932· μάλιστα, ἐλευθέρα πολιτεία, δημοκρατία, Σοφ. Ἀντ. 738 (ἐν παραβολῇ πρὸς στίχ. 734), Ξεν. Κύρ. 8. 2, 28, Ἀριστ. Πολιτικ. 3. 13, 22· τὰ τῆς πόλεως, πολιτικὰ πράγματα, κυβέρνησις, Πλάτ. Πρωτ. 318E· π. ἡ γενῶν καὶ κωμῶν κοινωνία ζωῆς τελείας καὶ αὐτάρκους Ἀριστ. Πολιτ. 3. 9, 14· τὴν π. φεύγειν, ἀποφεύγειν τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν πολιτικῶν καθηκόντων, Δημ. 1121. 15. 3) τὸ δικαίωμα τοῦ πολίτου, ὡς παρὰ Λατ. civitas, Ἀριστοφ. Βάτρ. 717, Δημ. 549. 10. IV. πόλιν ἣν παίζουσιν, παιδιά τις ὁμοιάζουσα πρὸς τὸ ζατρίκιον, Κρατῖνος ἐν «Δραπέτισιν» 3, ἴδε Meineke ἐν τόπῳ. ― (Ἐντεῦθεν αἱ λ. πολίτης, πολίχνη, κλπ.· ― πιθανῶς ἐκ τῆς √ΠΛΑ, πίμπλημι, πλέως, ὡς αἱ ἰσοδύναμοι Σανσκρ. λέξεις pur, pur-am, pur-î, ἐκ τοῦ p r.i, pi-parmi (impleo).)

French (Bailly abrégé)

εως (ἡ) :
I. ville ; abs.πόλις la ville par excellence, càd Troie dans Hom., Athènes chez les Att. (cf. lat. urbs, en parl. de Rome) ; πόλις ἄκρη IL la partie haute de la ville, la citadelle ; chez les Att. πόλις l’Acropole d’Athènes (p. opp. au reste de la ville appelé ἄστυ) ; p. ext.
1 contrée autour d’une ville, ville et le territoire d’alentour;
2 toute région habitée, île habitée ; en gén. pays;
II. réunion des citoyens, cité, État ; particul. État libre, démocratie.
Étymologie: R. Πλα, remplir ; v. πίμπλημι, cf. πολύς, πλέος, πλῆθος, etc.
Par. ἄστυ, ἀκρόπολις.

English (Autenrieth)

ιος, πόληος, dat. πόληι, pl. πόληες, πόλιες, gen. πολίων, dat. πολίεσσι, acc. πόλιας, πόληας: city, the whole district and community; hence with the name in apposition (not gen.); or as a part, ἄκρη πόλις, ‘acropolis,’ ‘citadel;’ see ἄστυ.

English (Slater)

πόλις, πτόλις (-ις, -ιος, -ι coni., -ιν; -ίων, -ίες(ς)ι(ν), πόλεσιν dub., -ῖς dub.: πτόλις, -ιν: πόλεα heterocl. acc. dub. Δ. 3. 9.)
   1 city, state αὐδάσομαι τεκεῖν μή τιν' πόλιν ἄνδρα μᾶλλον εὐεργέταν Θήρωνος (O. 2.93) τὰν σὰν πόλιν αὔξων, Καμάρινα, λαοτρόφον (O. 5.4) αἰτήσων πόλιν εὐανορίαισι τάνδε κλυταῖς δαιδάλλειν (O. 5.20) βρέχε θεῶν βασιλεὺς ὁ μέγας χρυσέαις νιφάδεσσι πόλιν (Lindos ?) (O. 7.34) Ἐρατιδᾶν τοι σὺν χαρίτεσσιν ἔχει θαλίας καὶ πόλις (Ialysos) (O. 7.94) αὐτούς τ' ἀέξοι καὶ πόλιν (O. 8.88) φίλαν πόλιν μαλεραῖς ἐπιφλέγων ἀοιδαῖς (O. 9.21) πόλιν δ' ὤπασεν λαόν τε διαιτᾶν (Opous) (O. 9.66) νέμει γὰρ Ἀτρέκεια πόλιν Λοκρῶν Ζεφυρίων (O. 10.13) ἴδε πατρίδα πολυκτέανον βαθὺν εἰς ὀχετὸν ἄτας ἵζοισαν ἑὰν πόλιν (the city of Augeas, king of the Epeians) (O. 10.38) Τίρυνθα ναίων πόλιν (O. 10.68) μέλιτι εὐάνορα πόλιν καταβρέχων (Locri Epizephyrii) (O. 10.99) βάθρον πολίων ἀσφαλές, Δίκα (O. 13.6) ταί θ' ὑπ Αἴτνας ὑψιλόφου καλλίπλουτοι πόλιες (O. 13.111) ὄρος τοῦ μὲν ἐπωνυμίαν κλεινὸς οἰκιστὴρ ἐκύδανεν πόλιν γείτονα (Aitna) (P. 1.31) Πριάμοιο πόλιν πέρσεν (P. 1.54) τῷ πόλιν κείναν Ἱέρων ἐν νόμοις ἔκτισσε (Aitna) (P. 1.61) χὤταν πόλιν οἱ σοφοὶ τηρέωντι (P. 2.88) κτίσσειεν εὐάρματον πόλιν ἐν ἀργεννόεντι μαστῷ (Cyrene) (P. 4.8) “μεγαλᾶν πολίων ματρόπολιν Θήραν γενέσθαι” (P. 4.19) [“νάεσσι πόλῖς ἀγαγὲν Νείλοιο πρὸς πῖον τέμενος Κρονίδα” (Lehrs: πολεῖς codd.) (P. 4.56) ] ῥᾴδιον μὲν γὰρ πόλιν σεῖσαι καὶ ἀφαυροτέροις (P. 4.272) βασιλεὺς ἐσσὶ μεγαλᾶν πολίων (P. 5.16) ἦλθες ἤδη Λιβύας πεδίον καὶ πατρωίαν πόλιν (Cyrene) (P. 5.53) Κυράνας ἀγακτιμέναν πόλιν (P. 5.81) πάσαισι γὰρ πολίεσι λόγος ὁμιλεῖ Ἐρεχθέος ἀστῶν (P. 7.9) Αἴγινα φίλα μᾶτερ, ἐλευθέρῳ στόλῳ πόλιν τάνδε κόμιζε (P. 8.99) καλλίσταν πόλιν (Cyrene) (P. 9.69) τρὶς δὴ πόλιν τάνδ' εὐκλείξαι (Cyrene) (P. 9.91) ἔβαν Ἴρασα πρὸς πόλιν (P. 9.106) ἐν δ' ἀγαθοῖσι κεῖται πατρώιαι κεδναὶ πολίων κυβερνάσιες (P. 10.72) τῶν γὰρ ἀνὰ πόλιν εὑρίσκων τὰ μέσα μακροτέρῳ ὄλβῳ τεθαλότα (P. 11.52) φιλάγλαε, καλλίστα βροτεᾶν πολίων (Akragas) (P. 12.1) παρὰ καλλιχόρῳ ναίοισι πόλι Χαρίτων (Bergk: πόλιν, πόλει codd.: καλλίχορον πόλιν Theon: Orchomenos) (P. 12.26) Σικελίαν πίειραν ὀρθώσειν κορυφαῖς πολίων ἀφνεαῖς (N. 1.15) χαίρω δ' ὅτι ἐσλοῖσι μάρναται πέρι πᾶσα πόλις (Aigina) (N. 5.47) πόλιν γὰρ φιλόμολπον οἰκεῖ δορικτύπων Αἰακιδᾶν (Aigina) (N. 7.9) πρὸς Ἴλου πόλιν (N. 7.30) Πριάμου πόλιν Νεοπτόλεμος ἐπεὶ πράθεν (N. 7.35) πόλιός θ' ὑπὲρ φίλας ἀστῶν θ ὑπὲρ τῶνδ (Aigina) (N. 8.13) κυδαίνων πόλιν (Sikyon) (N. 9.12) Δαναοῦ πόλιν Ἄργος (N. 10.1) Κλείτωρ καὶ Τεγέα καὶ Ἀχαιῶν ὑψίβατοι πόλιες (N. 10.47) τάνδ' ἐς εὔνομον πόλιν (Aigina) 1. 5. 22. πόλιν Τρώων πράθον (I. 5.36) πόλις Αἴαντος Σαλαμίς (I. 5.48) οὐδ' ἔστιν οὕτω βάρβαρος οὔτε παλίγγλωσσος πόλις ἅτις οὐ Πηλέος ἀίει κλέος (I. 6.24) τάνδε πόλιν θεοφιλῆ ναίοισι (Aigina) (I. 6.65) φιλαρμάτου πόλιος ἁγεμόνα (sc. Θήβαν) (I. 8.20) “πάσαις πολίεσσιν ὁμίλει” fr. 43. 3. πολίων δ' ἑκατὸν πεδέχειν μέρος ἕβδομον (in Krete) Πα. . 3. διέπερσεν Ἰλίου πόλ[ιν (Pae. 6.104) ]πόλιν πατρίαν (Aigina ?) Πα. . 1. Κάδμου στρατὸν καὶ Ζεάθου πό[λιν] (Thebes) Πα. . . ]υ πόλιν χαλκεα[ (Pae. 14.26) ]ν' ἀμφὶ πόλιν φλεγε[ (Pae. 18.4) ]σχήσει πολι[ (Pae. 21.17) Κυ]κλώπων πτόλις α[ Δ. 1. . τ]ίνα πτόλιν Δ. 4. c. 6. θύεται ἄνδρες ὑπὲρ πόλιος (Bergk e paraphr. Plutarchi: ὑπὲρ πολέων, ἐπὶ πόλεως codd. Herodiani) fr. 78. 3. ὑψηλὰν πόλιν ἀμφινέμονται (Akragas) fr. 119. 2. ἄγαν φιλοτιμίαν μνώμενοι ἐν πόλεσιν ἄνδρες (πολίεσσιν coni. Boeckh, edd.) fr. 210. ἁ μὲν πόλις Αἰακιδᾶν (Aigina) fr. 242. δαιτίκλυτον πόλιν ἐς Ὀρχομενῶ διώξιππον ?fr. 333a. 8. dub., ]εων ἐλθὲ φίλαν δὴ πόλεα (Schr.: πολέα G-H: πολεω<hi rend=""over"">ᾰς Π: forma πόλεα valde dubia, nott. Snell) Δ. 3. 9.

English (Abbott-Smith)

πόλις, -εως, ὁ, [in LXX chiefly and very freq. for עִיר ;]
a city: Mt 2:23, Mk 1:45, Lk 4:29, Jo 4:8, al. mult.; opp. to κῶμαι (κ. καὶ ἀγροί), Mt 9:35 10:11, Mk 6:56, Lk 8:1 13:22; c. nom. propr. in appos. (cl.), Ac 11:5 16:14; c. id. in gen. appos. (BL, §35, 5), Ac 8:5, II Pe 2:6; gen., of the region, Lk 1:26 4:31, Jo 4:5; of the inhabitants, Mt 10:5, 23 Lk 23:51, Ac 19:35, II Co 11:32; c. gen. pers., of one's residence or native place, Mt 22:7, Lk 2:4, 11 4:29 10:11, Jo 1:45, Ac 16:20, Re 16:9; of Jerusalem: ἡ ἁγία π., Mt 4:5 27:53, Re 11:2; ἡ ἠγαπημένη, Re 20:19; π. τοῦ μεγάλου, Mt 5¨35 (cf. Ps 47 (48):2); of the heavenly city in the Apocalyptic visions, Re 3:12 21:2, 10 14ff. 22:14, 19. By meton., of the inhabitants of a city: Mt 8:34 12:25 21:10, Mk 1:33, Ac 14:21 21:30.

English (Strong)

probably from the same as πόλεμος, or perhaps from πολύς; a town (properly, with walls, of greater or less size): city.

English (Thayer)

πολισεως, ἡ (πέλομαι, to dwell (or rather denoting originally 'fullness,' 'throng'; allied with Latin pleo, plebs, etc.; cf. Curtius, p. 79 and § 374; Vanicek, p. 499; (otherwise Fick 1:138))) (from Homer down), the Sept. chiefly for עִיר, besides for קִרְיָה, שַׁעַר (gate), etc., a city;
a. universally, κατά τήν πόλιν, through the city (A. V. in; see κατά, II:1a.), κατά πόλιν, κατά πόλεις, see κατά, II:3a. α., p. 328a; opposed to κῶμαι, κῶμαι καί ἀγροί, ἡ ἰδίᾳ πόλις, see ἴδιος, 1b., p. 297a; πόλις with the genitive of a person one's native city, the city in which one lives, πόλις τοῦ μεγάλου βασιλέως, i. e. in which the great King of Israel, Jehovah, has his abode, ἅγια πόλις (see ἅγιος, 1a., p. 7a) and ἡ ἠγαπημένη, the beloved of God, Δαμασκηνῶν, Ἐφεσίων, τῶν Ἰουδαίων, τοῦ Ἰσραήλ, Σαμαρειτῶν, τῆς Γαλιλαίας, Ιουδα, of the tribe of Judah, Λυκαονίας, Κιλικίας, τῆς Σαμαρείας, πόλις Ἰόππη, πόλις Σοδομων, Γομορρας, Θυατείρων, the heavenly Jerusalem (see Ἱεροσόλυμα, 2), i. e. α. the abode of the blessed, in heaven: Θεοῦ ζῶντος added, ἡ μελλουσα πόλις, β. in the visions of the Apocalypse it is used of the visible capital of the heavenly kingdom, to come down to earth after the renovation of the world: ἡ πόλις ἡ ἅγια, Ἱερουσαλήμ καινή added, πόλις by metonymy, for the inhabitants: πᾶσαπόλις, ἡ πόλις ὅλῃ, πόλις μερισθεῖσα καθ' ἑαυτῆς, Matthew 12:25.

Greek Monolingual

η, ΝΑ
βλ. πόλη.

Greek Monotonic

πόλις: ἡ, γεν. πόλεως (δισύλ. σε Αττ. ποιητές), πόλεος, Επικ. πόληος, Ιων. και Δωρ. πόλιος (δισύλ. σε Ομήρ. Ιλ.)· επίσης πόλευς· δοτ. πόλει, Επικ. πόληϊ, Ιων. πόλι· αιτ. πόλιν, Επικ. επίσης πόληα· πληθ. ονομ. πόλεις, Επικ. πόλεες, Ιων. πόλιες· γεν. πολίων· δοτ. πόλισι, Επικ. πολίεσσι, Δωρ. πολίεσσι· αιτ. πόλεις, πόλιας·
I. 1. πόλη, σε Όμηρ., Ησίοδ. κ.λπ.· πόλις ἄκρη και ἀκροτάτη = ἀκρόπολις, ακρόπολη, προπύργιο, σε Ομήρ. Ιλ.· στην Αθήνα το ονόμαζαν απλώς πόλις, ενώ το υπόλοιπο μέρος της πόλης ονομαζόταν ἄστυ, σε Θουκ. κ.λπ.· το όνομα της πόλης συχνά προστίθετο σε γεν., Ἰλίου πόλις, Ἄργους πόλις, η πόλη του..., σε Αισχύλ. κ.λπ.· επίσης κατά παράθεση, ἡ Μένδη πόλις, σε Θουκ.
2. πόλη ή πατρίδα κάποιου, σε Ομήρ. Οδ. κ.λπ.
II. 1. όταν το πόλις και το ἄστυ συνδυάζονται, τότε το πρώτο σημαίνει το σώμα, το σύνολο των πολιτών, και το δεύτερο τις κατοικίες τους, σε Ομήρ. Ιλ.· ὧν πόλις ἀνάριθμος ὄλλυται, όπου πόλις = ο αριθμός των πολιτών, σε Σοφ.· απ' όπου,
2. το κράτος (πολιτεία), σε Ησίοδ., Πίνδ., Αττ.· ιδίως, το πιο ελεύθερο κράτος, το δημοκρατικό, σε Σοφ., Ξεν. κ.λπ.
3. το δικαίωμα της συμμετοχής στα κοινά, όπως Λατ. civitas, σε Αριστοφ., Δημ.

Dutch (Woordenboekgrieks.nl)

πόλις -εως, ἡ poët. ook πτόλις, sing. gen. πόλεως, ep. Ion. πόληος en -εος, ep. Ion. Dor. Aeol. πόλιος; dat. πόλει, ep. πόληι, ep. Ion. πόλεϊ, Ion. Dor. πόλῑ; acc. πόλιν, ep. πόληα; vocat. πόλι; plur. nom. πόλεις, ep. πόληες, ep. Ion. πόλιες; gen. πόλεων, ep. Ion. Aeol. πολίων; dat. πόλεσι(ν ), ep. Aeol. πολίεσσι, Ion. πόλισι, Dor. πολίε(σ)σι; acc. πόλεις, ep. πόληας en -εας, ep. Ion. πόλιας, Ion. πόλῑς; dual. nom. acc. πόλει en πόλη, gen. dat. πολέοιν stad; met eigennaam; ἡ Μένδη πόλις de stad Mende Thuc. 4.130.6; ook met gen..; Ἄργους π. de stad Argos Aristoph. Pl. 601; burcht, acropolis, van Athene; Aristoph. Lys. 266; vaderstad:; πόθι τοι πόλις ἠδὲ τοκῆες; waar is jouw vaderstad en je ouders? Od. 1.170; grondgebied, m. n. van eiland:; περιρρύτας πόλεις omspoelde gebieden Aeschl. Eum. 77; overdr.. πόλιν παίζειν “stadje spelen” (soort bordspel) Plat. Resp. 422e. stad als collectief van burgers burgerij:. φράζεο νῦν ὅππως κε πόλιν καὶ ἄστυ σαώσῃς bedenk nu hoe je de burgerij en de stad kunt redden Il. 17.144; ὧν πόλις ἀνάριθμος ὄλλυται wier burgerij in ontelbare getale omkomt Soph. OT 179. stad als politiek-religieuze eenheid gemeenschap, staat, polis:. ψήφῳ πόλεως bij besluit van de stad Aeschl. Suppl. 8; πόλις δὲ ἡ τῶν γενῶν καὶ κωμῶν κοινωνία ζωῆς τελείας καὶ αὐτάρκους een staat is een gemeenschap van families en dorpen die delen in een volkomen en onafhankelijk bestaan Aristot. Pol. 1281a1; πολλαχῶς γὰρ τῆς πόλεως λεγομένης aangezien ‘polis’ op verschillende wijzen wordt gebruikt Aristot. Pol. 1276a23; τὰ τῆς πόλεως πράττειν staatszaken behartigen Plat. Prot. 319a.

Russian (Dvoretsky)

πόλις: эп. тж. πτόλις, εως и εος, ион.-дор. ιος, эп. ηος
1) город (Ἀθηναίων π. Thuc.): Ἰλίου π. Aesch. город Илион; ἡ Μένδη π. Thuc. город Менда; ἡ π. οἱ Ταρσοί Xen. город Тарсы; π. ἄκρη (= ἀκρόπολις) Hom. городской кремль, акрополь;
2) кремль, цитадель: Ἰνάχου π. Eur. кремль Инаха (в Аргосе);
3) страна (ἥδε π. καὶ γαῖα Hom.);
4) остров Hom., Aesch.: Εὔβοι᾽ Ἀθήναις ἔστι τις γείτων π. Eur. Эвбея есть остров (или страна) по соседству с Афинами;
5) община, население, граждане (π. καὶ ἄστυ Hom.; π. ἀνάριθμος Soph.; πᾶσα ἡ π. NT);
6) ( = πολιτεία) государство (преимущ. демократическое) Hes., Pind., Soph., Xen. etc.: τὰ τῆς πόλεως Plat. государственные дела.

Etymological

Grammatical information: f.
Meaning: citadel, fort, city, city community, state (Il.; on the meaning in Hom. Hoffmann Festschr. Snell 153ff.).
Other forms: Also (ep. Cypr. Thess.) πτόλις, -εως, Ion. -ιος, -ηος;
Dialectal forms: Myc. potorijo has been interpreted as *Πτολίων.
Compounds: As 1. member e.g. in πτολί-πορθος (-πόρθιος, -πόρθης) sacking cities, destroyer of cities (ep. Il.); enlarged in IA. πολιοῦχος (from -ιο-ουχ.); Dor. πολι-ά-οχος, -ιᾶχος, ep. πολι-ή-οχος ruling a city, city protector; in A. also the unexplained πολισσο- in πολισσοῦχος, πολισσο-νομέω. Very often as 2. member, e.g. ἀκρο-πολις = πόλις ἄκρη upper town, citadel (Od.); on this and on the other compp. Risch IF 59, 261 ff.
Derivatives: 1. expressive enlargement πτολί-εθρον n. (ep. Il.); cf. μέλαθρον, θέμεθλα, ἔδεθλον (Schwyzer 533). 2. Diminut. πολίχνη f., often as PlN (IA.) with -ίχνιον (Att.); πολίδιον (ι) n. (Str.). 3. Πολιεύς (-ηύς) m. city guardian (Thera before Va, Arist., hell.; Bosshardt 60); f. Πολιάς (IA., Arg.). 4. πολίτης (ι; ep., Sapph., Att.), πολι-ά-τας, -ή-της (Dor. Aeol., Β 806, Ion.; after οἰκιά-τας, -ιή-της a.o.) m. citizen, townsman, f. -ῖτις (S., E., Pl.); from this πολιτ-ικός civic, political (Hdt. 7, 103, Att.; Chantraine Études 123); -εύομαι, -εύω to be citizen, to take part in state affairs (Att. etc.; πολιατεύω Gortyn) with -εία, Ion. -ηίη, -ευμα (Hdt., Att.; on the meaning Wilhelm Glotta 14, 78ff., 83f., Papazoglou REGr. 72, 100ff. resp. Ruppel Phil. 82, 268ff., Engers Mnem. 54, 154ff.); also πολιτισμός administration (D. L.; -ισμός analog., Chantraine Form. 143). 5. Denominat. πολίζω, aor. -ίσ(σ)αι, rare a. late with ἐν-, συν- a.o., to found (a city), to cultivate a place by founding a city (ep. Ion., X.) with πόλ-ισμα foundation (of a city) (Ion. poet., Th.; Chantraine Form. 189), -ισμάτιον (hell.), -ισμός foundation of a city (D. H., Lyd.), -ιστής founder of a city (Poll. 9, 6; rejected).
Origin: IE [Indo-European] [799] *pelH- fortification from *pelH- pout?
Etymology: The byform πτόλις (also Arc. Πτόλις, name of the castle in Mantinea; Thess. οἱ ττολίαρχοι w. assim.) is not convincingly explained. Hypotheses w. further details in Schwyzer 325 (w. lit.); further Kretschmer Glotta 22, 206, Deroy Ant. class. 23, 305ff., Merlingen Μνήμης χάριν 2, 57, Ruijgh L'élém. ach. 75ff., 112 n. 4 (cf. also on πτόλεμος). To be rejected the identification of πόλις from *pu̯olis with Arm. k'alak` town (Winter Lang. 31,8).-- Old word for castle, refugecastle, except in Greek further only in the east attested (cf. Kretschmer Glotta 22, 107, Porzig Gliederung 173): Skt. pū́r f., acc. púr-am, Lith. pilìs f. Both the Skt. and the Lith. word show zero grade, which has also been considered possible for πόλις (Schwyzer 344); the i-stem in πόλ-ις and pil-ìs is secondary enlargement. Thee repeated proposals, to connect this very ancient word for citadel with the verb for fill (πίμπλημι; since Pott) or for dump (Lith. pìlti; Fick; lastly Fraenkel Zeitschr. slav. Phil. 6, 91), has as unproven hypothesis not much interest. -- WP. 2, 51, Pok. 799, Mayrhofer and Fraenkel s. vv. w. further details a. lit.

Middle Liddell

πόλις, ιος, ἡ, [gen. πόλεως dissyll. in attic Poets] [ionic and doric πόλιος dissyll. in Il.]
I. doric πολίεσι:—acc. πόλεις, πόλιας:— a city, Hom., Hes., etc.; πόλις ἄκρη and ἀκροτάτη, = ἀκρόπολις, the citadel, Il.: this at Athens was often called simply πόλις, while the rest of the city was called ἄστυ, Thuc., etc.:—the name of the city was often added in gen., Ἰλίου π., Ἄργους π. the city of . . , Aesch., etc.; also in appos., ἡ Μένδη π. Thuc.
2. one's city or country, Od., etc.
II. when πόλις and ἄστυ are joined, the former is the body of citizens, the latter their dwellings, Il.; ὧν πόλις ἀνάριθμος ὄλλυται, where πόλις = a number of citizens, Soph.:—hence,
2. the state (πολιτείἀ, Hes., Pind., attic: esp. a free state, republic, Soph., Xen., etc.
3. the right of citizenship, like Lat. civitas, Ar., Dem.