Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

πόρπαξ

Revision as of 20:07, 9 August 2017 by Spiros (talk | contribs) (Bailly1_4)
Τοῦ ὅλου οὖν τῇ ἐπιθυμίᾳ καὶ διώξει ἔρως ὄνομα -> Love is the name for our pursuit of wholeness, for our desire to be complete
Plato, Symposium, 192e10
Full diacritics: πόρπαξ Medium diacritics: πόρπαξ Low diacritics: πόρπαξ Capitals: ΠΟΡΠΑΞ
Transliteration A: pórpax Transliteration B: porpax Transliteration C: porpaks Beta Code: po/rpac

English (LSJ)

ᾱκος, ὁ, (πόρπη)

   A handle of a shield, B.Fr.3.6, S.Aj.576, E.Ph.1127, etc.; prob. ring or loop, inside the shield, which could be taken out at pleasure, ἔχουσι πόρπακας [αἱ ἀσπίδες], i.e. they are ready for use, Ar.Eq.858, cf. 849, and Sch. ad loc.    II part of the headgear of a horse, E.Rh.385 (anap.).    III surgical fibula, Hippiatr.24 (pl.).

German (Pape)

[Seite 685] ακος, ὁ, die Handhabe, an der man den Schild faßte u. handhabte, wahrscheinlich ein metallner Ring, κρίκος, od. ein Riemen an der innern Wölbung des Schildes, der herausgenommen werden konnte (vgl. ὀχάνη); διὰ πολυῤῥάφου στρέφων πόρπακος ἑπτάβοιον ἄῤῥηκτον σάκος, Soph. Ai. 573, nach Schol. für ὄχανον gesetzt; ἐμβαλὼν πόρπακι χεῖρα, Eur. Hel. 1392 (bei dem es auch ein Theil des Pferdegeschirrs, wahrscheinlich der Kopfriemen ist, Rhes. 384); Ar. Equ. 846. 855. Einzeln noch bei Sp. (mit πόρπη zusammenhangend, w. m. s.)

Greek (Liddell-Scott)

πόρπαξ: -ᾱκος, ὁ, ἡ λαβὴ ἀσπίδος, ὄχανον, Βακχυλ. 4 [13], 9 Blass., Σοφ. Αἴ. 576, Εὐρ. Φοίν. 1127, κτλ.· ἔχουσι πόρπακας [αἱ ἀσπίδες], δηλ. εἶναι πρὸς χρῆσιν ἕτοιμαι, «ὡς δέον τὰς ἀνατιθεμένας ἀσπίδας μὴ ἔχειν πόρπακας, ὑπὲρ τοῦ μὴ ἐξεῖναι τοῖς ἐπιχειροῦσι κατὰ τοῦ δήμου ἐξ ἑτοίμου χρήσασθαι ταῖς ἀσπίσι» (Σχόλ.), Ἀριστοφ. Ἱππ. 858, πρβλ. 849, ἴδε ὄχανον. ΙΙ. μέρος τοῦ ὁπλισμοῦ τῆς κεφαλῆς ἵππου, Εὐρ. Ρῆσ. 385. (Ἐκ τοῦ πόρπη, ὡς τὸ πόρταξ ἐκ τοῦ πόρτις, πύνδαξ ἐκ τοῦ πύνδος, ὕσσαξ ἐκ τοῦ ὕσσος). ― Καθ’ Ἡσύχ.: «πόρπαξ ἡ λαβὴ τοῦ ὅπλου, ὁ ἀνοχεὺς τῆς ἀσπίδος, εἰς ὃ ὁ πῆχυς ἀνίεται», καὶ κατὰ Σουΐδ. «πόρπαξ· ᾧ τὴν ἀσπίδα κατέχουσιν, ὁ λεγόμενος ὄχανος», καὶ «πόρπαξ· κατά τινας μὲν ὁ ἀναφορεὺς τῆς ἀσπίδος, ὡς δέ τινες, τὸ διῆκον μέσον τῆς ἀσπίδος σιδήριον, ᾧ κρατεῖ τὴν ἀσπίδα ὁ στρατιώτης».

French (Bailly abrégé)

ακος (ὁ) :
anneau ou poignée de bouclier dans lesquels on passe le bras.
Étymologie: πόρπη.
Par. ἀντιλαβή.