Open main menu

LSJ β

πᾶσα

English (Autenrieth)

pl. gen. fem. πᾶσέων, πᾶσάων, dat. πάντεσσι: sing., every (one), Il. 16.265, Od. 13.313; pl., all, ἐννέα πάντες, nine ‘in all,’ Il. 7.161, Od. 8.258; whole, entire, Il. 2.809, Od. 17.549; all sorts, all kinds, in pl., Il. 1.5, etc.—Neut. pl. as adv., πάντα, in all respects, in the Iliad mostly in comparisons, but in the Odyssey only so in Od. 24.446; all over, Od. 16.21, Od. 17.480.

Greek Monolingual

η πασάρω
1. μεταβίβαση αντικειμένου από χέρι σε χέρι
2. (αθλ.) μεταβίβαση της μπάλας από παίκτη σε παίκτη
3. φρ. «κάνω πάσα» — κατορθώνω με επιτήδειο τρόπο να μεταβιβάσω σε άλλον ευθύνη, βάρος ή ενόχληση.