Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

σησάμινος

Revision as of 15:05, 9 January 2019 by Spiros (talk | contribs) (1b)
(diff) ← Older revision | Latest revision (diff) | Newer revision → (diff)
κόσμος σκηνή, ὁ βίος πάροδος· ἦλθες, εἶδες, ἀπῆλθες -> The world is a stage, life is a performance, you came, you saw, you departed
Democritus, fr. 115 D-K
Full diacritics: σησᾰμῐνος Medium diacritics: σησάμινος Low diacritics: σησάμινος Capitals: ΣΗΣΑΜΙΝΟΣ
Transliteration A: sēsáminos Transliteration B: sēsaminos Transliteration C: sisaminos Beta Code: shsa/minos

English (LSJ)

η, ον,

   A made of sesame, σ. ἔλαιον sesame-oil, PRev.Laws 40.10 (iii B.C.), PPetr.3p.218 (iii B.C.), Str.16.4.26, Dsc.1.34; δοκοί Peripl.M.Rubr.36; σ. χρῖμα X.An.4.4.13 (σ. ξύλα is prob. f.l. for συκάμινα in Dsc.1.98).

German (Pape)

[Seite 876] von Sesam gemacht; ἔλαιον, Sesamöl, Strab. u. Sp.; auch χρῖσμα, Xen. An. 4, 4, 13.

Greek (Liddell-Scott)

σησάμῐνος: [ᾰ], -η, -ον, ὁ ἐκ σησάμου λαμβανόμενος ἢ πεποιημένος, σ. ἔλαιον, τὸ «σησαμόλᾳδο», Διοσκ. 1. 41, Στράβ. 742· σ. χρῖσμα Ξεν. Ἀν. 4. 4, 13.

French (Bailly abrégé)

η, ον :
préparé avec du sésame.
Étymologie: σήσαμον.

Spanish

hecho de sésamo

Greek Monolingual

-ίνη, -ον, Α
1. αυτός που παράγεται ή προέρχεται από σουσάμιεὔκαρπος ἡ πολλὴ πλὴν ἐλαίου, χρῶνται δὲ σησαμίνῳ», Στράβ.)
2. φρ. «σησάμινον ἔλαιον» ή «σησάμινον χρῑσμα» — σησαμέλαιο, σουσαμόλαδο.
[ΕΤΥΜΟΛ. < σήσαμον «σουσάμι» + κατάλ. -ινος (πρβλ. πύρ-ινος)].

Greek Monotonic

σησάμῐνος: [ᾰ], -η, -ον, παρασκευαμένος από σουσάμι, σουσαμένιος, σε Ξεν.

Russian (Dvoretsky)

σησάμῐνος: (ᾰ) кунжутный, сезамовый (χρῖσμα Xen.).

Dutch (Woordenboekgrieks.nl)

σησάμῐνος -η -ον [σήσαμον] van sesam gemaakt.

Middle Liddell

σησά˘μῐνος, η, ον
made of sesame, Xen.