Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

σιλό

τύμβος, ὦ νυμφεῖον, ὦ κατασκαφής οἴκησις αἰείφρουρος, οἷ πορεύομαι πρὸς τοὺς ἐμαυτῆς -> Tomb, bridal chamber, eternal prison in the caverned rock, whither I go to find mine own.
Sophocles, Antigone, 883

Greek Monolingual

το, Ν
1. (αγροτ. τεχνολ.) ο σιρός
2. στρ. υπόγεια εγκατάσταση στην οποία αποθηκεύονται βαλλιστικά βλήματα.
[ΕΤΥΜΟΛ. Αντιδάνεια λ., πρβλ. γαλλ. silo < σιρός «αποθήκη»].