Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

σκιάχτρο

Revision as of 12:29, 29 September 2017 by Spiros (talk | contribs) (37)
(diff) ← Older revision | Latest revision (diff) | Newer revision → (diff)
Μή, φίλα ψυχά, βίον ἀθάνατον σπεῦδε, τὰν δ' ἔμπρακτον ἄντλει μαχανάν -> Oh! my soul do not aspire to eternal life, but exhaust the limits of the possible
Pindar, Pythian, 3.61f.

Greek Monolingual

το, Ν
1. καθετί που προκαλεί φόβο, φόβητρο
2. ομοίωμα ανθρώπου που χρησιμοποιείται από τους αγρότες ως μέσο για την απομάκρυνση τών πουλιών και άλλων ζώων που βλάπτουν τις καλλιέργειες
3. μτφ. α) πολύ άσχημος άνθρωπος
β) κακοποιός.
[ΕΤΥΜΟΛ. < αόρ. έσκιαξα του σκιάζω «φοβίζω» + επίθημα -τρο (πρβλ. πλήττω: έπληξα: πλήκ-τρο)].