Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

σκόνη

Revision as of 12:29, 29 September 2017 by Spiros (talk | contribs) (37)
(diff) ← Older revision | Latest revision (diff) | Newer revision → (diff)
Ὁ δ' ἀνεξέταστος βίος οὐ βιωτὸς ἀνθρώπῳ -> The unexamined life is not worth living
Plato, Apology of Socrates 38a

Greek Monolingual

η, Ν
1. πολύ μικρά μόρια στερεάς ύλης, κονιορτός («θωρούσι σκόνης σύννεφο στα ύψη σηκωμένο», Ερωτόκρ.)
2. ποσότητα κονιοποιημένου φαρμάκου, σκονάκι
3. φρ. α) «μ' έκανε σκόνη»
μτφ. μέ διέλυσε, μέ κατανίκησε
β) «ρίχνω σκόνη στα μάτια»
μτφ. εξαπατώ, ξεγελώ.
[ΕΤΥΜΟΛ. < αρχ. κόνις, με ανάπτυξη προθετικού σ- (πρβλ. βώλος: σβώλος)].