Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

σπαθί

Revision as of 12:31, 29 September 2017 by Spiros (talk | contribs) (38)
(diff) ← Older revision | Latest revision (diff) | Newer revision → (diff)
Φιλοκαλοῦμέν τε γὰρ μετ' εὐτελείας καὶ φιλοσοφοῦμεν ἄνευ μαλακίας -> Our love of what is beautiful does not lead to extravagance; our love of the things of the mind does not makes us soft.
Τhucydides, 2.40.1

Greek Monolingual

το, / σπαθίον, ΝΜΑ, και σπαθί Μ, και σπάθιον ΜΑ
νεοελλ.
1. στρ. όπλο με πλατύ και μακρύ έλασμα, κοφτερό από τη μια πλευρά, η σπάθη
2. (αθλ.) το όπλο της ξιφασκίας, το ξίφος
3. χαρτί τράπουλας που έχει ως διακριτικό τρίφυλλα μαύρα σήματα (α. «άσσος σπαθί» β. «ντάμα σπαθί»)
4. (στο παιχνίδι της πασέτας) το φύλλο με το οποίο γίνεται το κόψιμο της τράπουλας
5. φρ. α) «το πήρε [ή το κέρδισε] με το σπαθί του» — λέγεται όταν κάποιος αποκτά ή κατορθώνει κάτι μόνος του, χωρίς τη βοήθεια τών άλλων
β) «κόβει το σπαθί του» — έχει πολλά και ισχυρά μέσα
γ) «είναι σπαθί» — λέγεται για άνθρωπο φερέγγυο, με ακέραιο χαρακτήρα
δ) «είναι σπαθί ξεγυμνωμένο» — είναι πολύ οργισμένος
ε) «το πρόσωπο του ανθρώπου είναι σπαθί» — η αυτοπρόσωπη παρουσία φέρνει άμεσα αποτελέσματα
στ) «βάζω σπαθί» — κατατάσσομαι στον στρατό
μσν.-αρχ.
1. μικρή σπάθη
2. (στον τ. σπάθιον) βλαστάρι
3. έλασμα γλυφάνου
αρχ.
1. μαχαίρι, κοπίδι
2. μικρή λεπίδα σε μηχανή
3. μέτρο χωρητικότητας («ἐλαίου σπαθίον ἓv ἐσφραγισμένον», πάπ.).
[ΕΤΥΜΟΛ. < μσν. σπαθί(ο)ν < αρχ. σπάθιον, υποκορ. του σπάθη.