Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

σπείρωμα

τύμβος, ὦ νυμφεῖον, ὦ κατασκαφής οἴκησις αἰείφρουρος, οἷ πορεύομαι πρὸς τοὺς ἐμαυτῆς -> Tomb, bridal chamber, eternal prison in the caverned rock, whither I go to find mine own.
Sophocles, Antigone, 883

Greek Monolingual

το, Ν
1. σύρμα ή σχοινί περιτυλιγμένο ώστε να σχηματίζει σπείρες
2. τεχνολ. ελικοειδής αυλάκωση που περιλαμβάνει τον κορμό κοχλία ή την εσωτερική κυλινδρική επιφάνεια περικοχλίου
3. τεχνολ. φρ. α) «αρσενικό σπείρωμα» — σπείρωμα του οποίου η κυλινδρική επιφάνεια είναι εξωτερική
β) «θηλυκό σπείρωμα» — σπείρωμα του οποίου η κυλινδρική επιφάνεια είναι εσωτερική
γ) «δεξιόστροφο σπείρωμα» — σπείρωμα που φαίνεται να ανέρχεται προς τα δεξιά κατά την παρατήρηση κοχλία σε κατακόρυφη θέση
δ) «αριστερόστροφο σπείρωμα» — σπείρωμα που φαίνεται να ανέρχεται προς τα αριστερά κατά την παρατήρηση κοχλία σε κατακόρυφη θέση
ε) «τραπεζοειδές σπείρωμα» — σπείρωμα που χρησιμοποιείται σε ορισμένους μηχανισμούς μετάδοσης κίνησης μέσω κοχλία και περικοχλίου, όπως και όταν είναι επιθυμητή η μείωση ή κατάργηση της ακτινικής δράσης του σπειρώματος
στ) «τετραγωνικό σπείρωμα» — σπείρωμα που χρησιμοποιείται όπως και το τραπεζοειδές σπείρωμα
ζ) «στρογγύλο σπείρωμα» — σπείρωμα που χρησιμοποιείται σε εφαρμογές που υφίστανται κραδασμούς.
[ΕΤΥΜΟΛ. < σπείρα + κατάλ. -ωμα μέσω ενός ρ. σπειρώνω].