Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

στάζω

Revision as of 15:55, 2 October 2019 by Spiros (talk | contribs) (2b)
(diff) ← Older revision | Latest revision (diff) | Newer revision → (diff)
Ἀλλ’ ἐσθ’ ὁ θάνατος λοῖσθος ἰατρός κακῶν -> But death is the ultimate healer of ills
Sophocles, Fragment 698
Full diacritics: στάζω Medium diacritics: στάζω Low diacritics: στάζω Capitals: ΣΤΑΖΩ
Transliteration A: stázō Transliteration B: stazō Transliteration C: stazo Beta Code: sta/zw

English (LSJ)

Hippon.57, etc.: fut.

   A στάξω LXXJe.49(42).18, Aeol. 3pl. στάξοισι Pi.P.9.63, Dor. 1pl. σταξεῦμες Theoc.18.46: aor. ἔσταξα E. HF1355, Ep. στάξα Il.19.39, Pi.N.10.82:—Pass., (ἐν-) Dsc.2.179: aor. 1 ἐστάχθην (ἐπ-) Hp.Ulc.21: aor. 2 ἐστάγην (ἐπ-, ἐν-) Dsc.1.19, 2.35:    I c. acc. rei, drop, let fall or shed drop by drop, [Θέτις] Πατρόκλῳ . . νέκταρ στάξε κατὰ ῥινῶν Il.19.39, cf. 348,354; σπέρμα θνατὸν ματρὶ τεᾷ στάξεν Pi.N.10.81; ἐξ ὀμμάτων σ. αἷμα A. Ch.1058; ἱδρῶτα σώματος ἄπο E.Ba.620 (troch.), cf. Tr.1199; βότρυν Id.Ph.230 (lyr.); ὕδωρ σ. πέτρα Id.Hipp.122 (lyr.); esp. of tears, σ. δάκρυ Id.IA1466; ἀπ' ὀμμάτων ἔσταξα πηγάς Id.HF1355; and metaph., κατ' ὀμμάτων σ. πόθον Id.Hipp.526 (lyr.); μυριάδας χαρίτων AP5.12 (Phld.); ἵμερον ἐξ ὀμμάτων Callistr.Stat.14.    2 c. dat. rei, αἵματι στάζοντα χεῖρας having one's hands dripping with blood, A. Eu.42; κάρα στάζων ἱδρῶτι S.Aj.10; ἀφρῷ γένειον E.IT308: also without acc., the part affected being in the nom., στάζουσι κόραι δακρύοισι Id.Ion 876 (anap.); χέρ' αἵματι στάζουσαν Id.Ba.1163 (lyr.): rarely c. gen., χεὶρ στάζει θυηλῆς εος S.El.1423.    3 abs., leak, τῶν νεωρίων ἐπεσκευάσθαι τὰ στάζοντα Aen.Tact.11.3.    II fall in drops, drip, trickle, ὕδωρ σ. Hdt.6.74; στάζει . . φοίνιον τόδ' . . αἷμα S.Ph.783: metaph., σ. δ' ἐν ὕπνῳ πρὸ καρδίας . . πόνος A.Ag.179 (lyr.); ψόφος σ. δι' ὤτων E.Rh.566; στάζω λισσάδος ὡς πέτρας λιβὰς ἀνήλιος Id.Andr.533 (lyr.): c. gen., ὀπὸν στάζοντα τομῆς dripping from the cut, S.Fr.534 (anap.); αἷμα ἐξ ἄκρου ἔσταζε κρατός E.Med. 1199, etc.; σμικρὸν ἀπὸ ῥινῶν ἔσταξεν Hp.Epid.1.14.    2 of dry things, as ripe fruit, drop off, A.Supp.1001 (dub. l.).

German (Pape)

[Seite 927] fut. στάξω, 1) trans. träufeln, einflößen; Πατρόκλῳ νέκταρ στάξε κατὰ ῥινῶν, Il. 19, 39; οἷ νέκταρ στάξον ἐνὶ στήθεσσι, 348. 354; τόνδε σπέρμα θνατὸν ματρὶ τεᾷ στάξεν, Pind. N. 10, 82; κἀξ ὀμμάτων στάζουσιν αἷμα, Aesch. Ch. 1054; Soph. Phil. 772; ἃ καθαμέριον στάζεις βότρυν, Eur. Phoen. 237; auch übertr., ἵμερον, χάριν, Jac. Philostr. imagg. p. 278; μέλι ὑπὸ χείλεσιν, M. Arg. 2 (V, 32); χρὼς στάζεν μυριάδας χαρίτων, Philodem. 18 (V, 13); vgl. Opp. Cyn. 3, 107; Ap. Rh. 1, 1215. – 2) intrans. tröpfeln, rinnen, fließen; Aesch. Ag. 172; στάζων ἱδρῶτι, Soph. Ai. 10, vgl. El. 1413; στάζων ἀφρῷ γένειον, Eur. I. T. 308, u. öfter; auch ἐν αἵματι στάζουσαν χέρα, Bacch. 1162; λειβόμενον ἀπὸ τῶν ὀστῶν καὶ στάζον, Plat. Tim. 82 d; auch τινός, z. B. Lycophr. 391; u. von trocknen Dingen, abfallen, z. B. von reifem Obste, καρπώματα στάζοντα κηρύσσει Κύπρις, Aesch. Suppl. 979; von Häusern, baufällig sein, Aen. Tact. 11.

Greek (Liddell-Scott)

στάζω: Ἀττ.· μέλλ. στάξω Ἰλ., Δωρ. α΄ πληθ. σταξεῦμες Θεόκρ. 18. 46· ἀόρ. ἔσταξα Εὐρ., Ἐπικ. στάξα Ὅμ. ― Παθ., ἀόρ. α΄ ἐστάχθην (ἐπ-) Ἱππ. 880Ε, (ἐν-) Διοσκ. 2. 210· ἀόρ. β΄ ἐστάγην (ἐπ-, ἐν-) ὁ αὐτ. 1. 18., 2. 37. (Ἐκ τῆς √ΣΤΑΓ, πρβλ. στᾰγῆναι, στᾰγών, καὶ ἴσως Λατ. sla). Ι. ἐπὶ προσώπων, 1) μετ’ αἰτ. πράγματ., στάζω, σταλάζω, ἀφίνω τι νὰ πέσῃ ἢ στάξῃ, χύνω κατὰ σταγόνας, Πατρόκλῳ .. νέκταρ στάξει κατὰ ῥινῶν Ἰλ. Τ. 39, πρβλ. 348, 354· σπέρμα θνατὸν ματρὶ τεᾷ στάξεν Πινδ. Ν. 10. 151· στ. αἷμα Αἰσχύλ. Χο. 1059· ἱδρῶτα σώματος ἄπο Εὐρ. Βάκχ. 620, πρβλ. Τρῳ. 1199· βότρυν ὁ αὐτ. ἐν Φοιν. 230· πέτρα στ. ὕδωρ ὁ αὐτ. ἐν Ἱππ. 122· μάλιστα ἐπὶ δακρύων, στ. δάκρυ ὁ αὐτ. ἐν Ι. Λ. 1467. ἀπ’ ὀμμάτων ἔσταξα πηγὰς ὁ αὐτ. ἐν Ἡρ. μαιν. 1355· καὶ μεταφορ., στ. πόθον κατ’ ὀμμάτων ὁ αὐτ. ἐν Ἱππ. 526· χάριτας Ἀνθ. Π. 5. 13· ἵμερον κτλ., Ἰακώψ. εἰς Φιλοστρ. Εἰκ. σ. 728. 2) μετὰ δοτ. πράγματ., αἵματι στάζοντα χεῖρας, ἔχοντα τὰς χεῖράς του βεβαμμένας μὲ αἷμα καὶ σταζούσας, Αἰσχύλ. Εὐμ. 42· κάρα στάζων ἱδρῶτι Σοφ. Αἴ. 10· δακρύοισι στ. κόρας Εὐρ. Ἀνδρ. 234· ἀφρῷ γένοιον ὁ αὐτ. ἐν Ι. Τ. 308· ― ὡσαύτως, ἄνευ τινὸς αἰτ., ὅτε τὸ πάσχον μέρος ἐκφέρεται κατ’ ὀνομαστ., στάζουσι κόραι δακρύοισι ὁ αὐτ. ἐν Ἴωνι 876· ὡσαύτως, ἐν αἵματι στάζουσαν χέρα ὁ αὐτ. ἐν Βάκχ. 1164· ― σπανίως μετὰ γενικ., χεὶρ στάζει θυηλῆς Ἄρεος Σοφ. Ἠλ. 1423. ΙΙ. ἐπὶ πραγμάτων, στάζω, πίπτω κατὰ σταγόνας, Ἡρόδ. 6. 74· στάζει φοίνιον τόδ’ οἷμα Σοφ. Φιλ. 783· μεταφορ., στ. δ’ ἐν ὕπνῳ πιὸ καρδίας .. πό…ος Αἰσχύλ. Ἀγ. 178· ψόφος στ. δι’ ὤτων Εὐρ. Ρῆσ. 566· ― μετὰ γενικ., ὀπὸν στάζοντα τομῆς, ἐκ τῆς τομῆς, Σοφ. Ἀποσπ. 479· ἐκ κρατὸς αἷμα στ. Εὐρ. Μήδ. 1199, κτλ.· σμικρὸν ἀπὸ ῥινῶν ἔσταξε Ἱππ. 951Ε. 2) ἐπὶ ξηρῶν πραγμάτων, οἷον ἐπὶ ὡρίμου καρποῦ, πίπτω, Αἰσχύλ. Ἱκέτ. 1001. ― Πρβλ. καταστάζω.

French (Bailly abrégé)

f. στάξω, ao. ἔσταξα, pf. inus.
1 tr. faire tomber goutte à goutte, distiller ; faire couler, acc. ; fig. κατ’ ὀμμάτων πόθον EUR distiller de ses yeux le désir;
2 intr. tomber goutte à goutte, dégoutter : τινος être tout dégouttant de qch (de sueur, de sang, etc.) ; αἵματι στ. χεῖρας ESCHL avoir les mains dégouttantes de sang ; κάρα στ. ἱδρῶτι SOPH avoir la tête dégouttante de sueur.
Étymologie: R. Σταγ, dégoutter, > ao.2 Pass. inf. σταγῆναι, σταγών.

English (Autenrieth)

aor. στάξε, imp. στάξον: drop, instil, Il. 19.39, 348, 354.

English (Slater)

στάζω
   1 drip, drop c. acc. “νέκταρ ἐν χείλεσσι καὶ ἀμβροσίαν στάξοισι” (sc. ὧραι) (P. 9.63) “τόνδε δ' ἔπειτα πόσις σπέρμα θνατὸν ματρὶ τεᾷ πελάσαις στάξεν ἥρως” (Pauw: ἔσταξεν codd.: i. e. τὸν Κάστορα μετὰ ταῦτα ὁ Τυνδαρεὺς σπέρμα θνητὸν ὄντα ἔσπειρεν Σ.) (N. 10.82)

Greek Monolingual

ΝΜΑ
1. χύνω κατά σταγόνες, αφήνω υγρό να πέσει σταγόνα σταγόνα (α. «του έσταξα κολλύριο στα μάτια» β. «ἱδρῶτα σώματος στάζων ἄπο», Ευρ.
γ. «στάζουσι κόραι δακρύοισιν ἐμαί», Ευρ.
δ. «Πατρόκλω... νέκταρ στάξε κατὰ ῥινῶν», Ομ. Ιλ.)
2. αφήνω να χύνονται σταγόνες (α. «η βρύση στάζει» β. «τῶν νεωρίων ἐπεσκευάσθαι τὰ στάζοντα», Αιν.)
3. (αμτβ.) διαρρέω, ρέω, χύνομαι στάλα στάλα (α. «στάζει το νερό» β. «ὕδωρ ὀλίγον φαινόμενον ἐκ πέτρης στάζει ἐς ἄγκος», Ηρόδ.
γ. «στάζει... φοίνιον τόδ'... αἷμα», Σοφ.)
4. (για οικήματα) έχω χαλασμένη στέγη, είμαι σαθρός
νεοελλ.
φρ. α) «στάζει το χείλι μου φαρμάκι» — έχω υποστεί πολλά βάσανα
β) «στάζει η μύτη μου φαρμάκι» — ή «στάζω φαρμάκι» — είμαι δύστροπος και κακοπροαίρετος
γ) «σιγά μη στάξει η ουρά του γαϊδάρου» ή «...μη στάξει η ουρίτσα του ποντικού» — λέγεται για εκείνους που προσέχουν ασήμαντες λεπτομέρειες ενώ συνήθως αγνοούν τα σοβαρά
δ) «τὸν έχω μη στάξει και μη βρέξει» — τὸν προσέχω πάρα πολύ, τον περιποιούμαι ιδιαίτερα
αρχ.
(για πολύ ώριμους καρπούς) πέφτω κάτω στο έδαφος.
[ΕΤΥΜΟΛ. 'Αγνωστης ετυμολ. Το ρ. στάζω (< στάγ-) και το προσηγορικό σταγ-ών παρουσιάζουν παράλληλα σχηματισμό με τα τρύζω-τρυγ-ών. Η σύνδεση τών τ. με τα λατ. stāgnum «τέλμα, έλος» και αρχ. βρεττ. staer «ποτάμι» δεν είναι ικανοποιητική από σημασιολογική άποψη].

Greek Monotonic

στάζω: μέλ. στάξω, Δωρ. αʹ πληθ. σταξεῦμες· αόρ. αʹ ἔσταξα, Επικ. στάξα·
I. λέγεται για πρόσωπα·
1. με αιτ. πράγμ., σταλάζω, αφήνω να στάξει ή να πέσει σταγόνα-σταγόνα, σε Ομήρ. Ιλ., Αισχύλ. κ.λπ.
2. με δοτ. πράγμ., αἵματι, στάζω, σταλάζω αίμα, σε Αισχύλ.· στάζων ἱδρῶτι, σε Σοφ.· σπάνια με γεν., στον ίδ.
II. αμτβ., λέγεται για πράγματα, σταλάζω, πέφτω σε σταγόνες, στάζω, ρέω στάλα-στάλα, σε Ηρόδ., Σοφ., Ευρ.· μεταφ. στάζει ἐν ὕπνῳ πόνος, σε Αισχύλ.

Russian (Dvoretsky)

στάζω: (fut. στάξω, aor. ἔσταξα - эп. στάξα)
1) лить по каплям, струить, проливать, источать (νέκταρ ἐνὶ στήθεσσί τινι Hom.; δάκρυ Eur.; μυριάδας χαρίτων Anth.): κάρα (acc. relat.) στάζων ἱδρῶτι Soph. с головой, облитой потом; αἵματι στάζων χεῖρας Eur. с обагренными кровью руками; στάζουσι κόραι δακρύοισιν Eur. глаза полны слез; χεὶρ στάζει θυηλῆς Ἄρεος Soph. рука омочена жертвой Арею, т. е. кровью;
2) струиться по каплям, капать, сочиться (ἐκ πέτρης Her.);
3) просачиваться, вкрадываться, проникать (πρὸ καρδίας Aesch.): σ. δι᾽ ὤτων Eur. проникать в уши, т. е. (по)слышаться;
4) спадать, опадать (καρπώματα στάζοντα Aesch.).

Dutch (Woordenboekgrieks.nl)

στάζω, aor. ἔσταξα, poët. στάξα, pass. ἐστάχθην in compos.; fut. στάξω, Aeol. 3 plur. στάξοισι Pind., Dor. 1 plur. σταξεῦμες Theocr. 18.46. met acc., causat. (doen) druppelen, in druppels laten vallen:; κἀξ ὀμμάτων στάζουσιν αἷμα zij laten bloeddruppels uit hun ogen vallen Aeschl. Ch. 1058; δάκρυ στάζειν een traan plengen Eur. IA 1466; ἀπ ’ ὀμμάτων ἔσταξα πηγάς ik liet de tranen uit mijn ogen stromen Eur. HF 1355; ἀλλ ’ ἴθι οἱ νέκταρ τε καὶ ἀμβροσίην … στάξον ἐνὶ στήθεσσι vooruit, druppel hem nectar en ambrozijn in de borst Il. 19.348; overdr.. Ἔρως, ὁ κατ ’ ὀμμάτων στάζων πόθον Eros, die verlangen doet neerdruppelen op de ogen Eur. Hipp. 526. intrans. druppelen, in druppels vallen; uitbr. van vruchten die zo rijp zijn dat ze elk moment kunnen vallen. Aeschl. Suppl. 1001 (tekst onzeker). druipen, met dat., met gen. van iets; met acc. resp.. ἄνδρα αἵματι στάζοντα χεῖρας een man wiens handen druipen van het bloed Aeschl. Eum. 42; κάρα στάζων ἱδρῶτι terwijl zijn hoofd druipt van het zweet Soph. Ai. 10.

Frisk Etymological English

Grammatical information: v.
Meaning: to let drip (in), to shed, intr. to drip (posthom.).
Other forms: Aor. στάξαι (Il.), fut. στάξω (Pi. etc.), aor. pass. σταχθῆναι (Hp.), σταγῆναι (Dsc.), perf. pass. ἔστακται (Od.).
Compounds: Also w. ἀπο-, κατα-, ἐν-, ἐπι.- a. o.
Derivatives: 1. σταγ-ών, -όνος f. drop (trag., Hp., middl. com., hell. a. late) with -ονίας, -ονῖτις, -ονιαῖος (late); also στάγ-ες pl. (A. R. 4, 626); prob. backformation, cf. below. 2. -ετός m. id. (Aq.; like ὑετός a.o.). 3. -μα (ἐπί- στάζω) n. the dripping, the drop, aromatic oil (A., Gal., pap. a. o.), ἐπι-, κατα-σταγμός m. the nose-dripping, sniffing (late medic.). 4. στάξις (ἀπό-κατά- στάζω) f. the dripping, esp. of blood from the nose (Hp., Gal.). 5. στακτός dripping (IA.), -τή f. myrrh-oil (Antiph., Plb. a.o.), -τά n. pl. resins (medic.); ἔνστακτον n. the dripping in (Gal.); στα<κ>τικόν πεμμάτιον πλακουντοειδές. ἄλλοι δε ἀγγεῖα διυλίζοντα Νειλῶον ὕδωρ H. 6. ἐπι-στάκτης m. woolen thread for oil-dripping (late medic.); στακτερία (leg. -τηρία) f. bottle for myrrh-oil (pap. VI -- VIIp). 7. στάγ-δην drop by drop (Hp., Aret.). 8. Στάζουσα f. source in Sicyon (Krahe Beitr. z. Namenforsch. 2, 230).
Origin: XX [etym. unknown]
Etymology: The present στάζω can stand for *σταγ-ι̯ω and thus be a denominative of στάγ-ες. As however the relatively late ἅπ. λεγ. στάγ-ες is prob. a backformation from σταγ-όνες (Schwyzer 424) and the last relates to στάζω as τρυγών to primary τρύζω, στάζω too might be primary; to these came the other forms. -- The Latin and Celtic words compared give no indication for the prehistory of στάζω. Lat. stāgnum through inundation arosen artificial water, sea, pool, pond and OBret. staer river, brook (from *stag-rā) are rather far away because of the deviant meaning; semant. better connectable, but phonetically unclear is Welsh taen conspersio (IE *stagnā ?). WP. 2, 612, Pok. 1010, W.-Hofmann s. 1. stāgnum w. lit. Older lit. also in Bq.

Middle Liddell


I. of persons,
1. c. acc. rei, to drop, let fall or shed drop by drop, Il., Aesch., etc.
2. c. dat. rei, αἵματι στ. to drip with blood, Aesch.; στάζων ἱδρῶτι Soph.;—rarely c. gen., Aesch.
II. intr. of things, to drop, fall in drops, drip, trickle, Hdt., Soph., Eur.; metaph., στάζει ἐν ὕπνωι πόνος Aesch.

Frisk Etymology German

στάζω: (nachhom.),
{stázō}
Forms: Aor. στάξαι (seit Il.), Fut. στάξω (Pi. usw.), Aor. Pass. σταχθῆναι (Hp.), σταγῆναι (Dsk.), Perf. Pass. ἔστακται (Od.)
Grammar: v.
Meaning: träufeln, einträufeln, intr. tropfen, tröpfeln.
Composita : auch m. ἀπο-, κατα-, ἐν-, ἐπι.- u. a.,
Derivative: Davon 1. σταγών, -όνος f. Tropfen (Trag., Hp., mittl. Kom., hell. u. sp.) mit -ονίας, -ονῖτις, -ονιαῖος (sp.); auch στάγες pl. (A. R. 4, 626); wohl Rückbildung, vgl. unten. 2. -ετός m. ib. (Aq.; wie ὑετός u.a.). 3. -μα (ἐπί- ~) n. das Geträufel, der Tropfen, aromatisches Öl (A., Gal., Pap. u. a.), ἐπι-, κατασταγμός m. das Nasentropfen, Schnupfen (sp. Mediz.). 4. στάξις (ἀπόκατά- ~) f. das Tröpfeln, bes. von Nasenblut (Hp., Gal.). 5. στακτός tropfend, tröpfelnd (ion. att.), -τή f. Myrrhenöl (Antiph., Plb. u.a.), -τά n. pl. Harze (Mediz.); ἔνστακτον n. das Eintröpfeln (Gal.); στα<κ>τικόν· πεμμάτιον πλακουντοειδές. ἄλλοι δὲ ἀγγεῖα διυλίζοντα Νειλῶον ὕδωρ H. 6. ἐπιστάκτης m. wollener Faden zum Öltropfen (sp. Mediz.); στακτερία (leg. -τηρία) f. Flasche für Myrrhenöl (Pap. VI — VIIp). 7. στάγδην tropfenweise (Hp., Aret.). 8. Στάζουσα f. Quelle in Sikyon (Krahe Beitr. z. Namenforsch. 2, 230).
Etymology : Das Präsens στάζω kann für *σταγι̯ω stehen und somit ein Denominativum von στάγες sein. Da aber d.as ziemlich späte ἅπ. λεγ. στάγες allem Anschein nach aus σταγόνες rückgebildet ist (Schwyzer 424) und letzteres sich zu στάζω verhält wie τρυγών zu dem primären τρύζω. dürfte auch στάζω als primär zu betrachten sein; daran schloßen sich die übrigen Formen. — Die zum Vergleich herangezogenen Wörter aus dem Latein und dem Keltischen werfen auf die Vorgeschichte von στάζω kein Licht. Lat. stāgnum durch Überschwemmung entstandenes künstliches Gewässer, See, Lache, Teich und abret. staer Fluß, Bach (aus *stag-) liegen wegen der abweichenden Bed. etwas fern; semantisch besser vereinbar, aber lautlich mehrdeutig ist kymr. taen conspersio (idg. *stagnā?). WP. 2, 612, Pok. 1010, W.-Hofmann s. 1. stāgnum m. Lit. Ält. Lit. auch bei Bq.
Page 2,774