Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

στάθμευση

Revision as of 12:31, 29 September 2017 by Spiros (talk | contribs) (38)
(diff) ← Older revision | Latest revision (diff) | Newer revision → (diff)
κόσμος σκηνή, ὁ βίος πάροδος· ἦλθες, εἶδες, ἀπῆλθες -> The world is a stage, life is a performance, you came, you saw, you departed
Democritus, fr. 115 D-K

Greek Monolingual

η, Ν σταθμεύω
1. προσωρινή στάση, διακοπή πορείας
2. προσωρινή παραμονή στρατιωτικής μονάδας σε ορισμένο χώρο μετά από πορεία ή μετά από μάχη
3. φρ. «μικτή στάθμευση» η περίπτωση κατά την οποία ένα μέρος του στρατεύματος επισταθμεύει και ένα άλλο καταυλίζεται.