Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

στάθμευση

Ὄττω τις ἔραται -> Whatever one loves best | Whom you desire most
Sappho

Greek Monolingual

η, Ν σταθμεύω
1. προσωρινή στάση, διακοπή πορείας
2. προσωρινή παραμονή στρατιωτικής μονάδας σε ορισμένο χώρο μετά από πορεία ή μετά από μάχη
3. φρ. «μικτή στάθμευση» η περίπτωση κατά την οποία ένα μέρος του στρατεύματος επισταθμεύει και ένα άλλο καταυλίζεται.