Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

στέρνα

Revision as of 12:31, 29 September 2017 by Spiros (talk | contribs) (38)
(diff) ← Older revision | Latest revision (diff) | Newer revision → (diff)
τύμβος, ὦ νυμφεῖον, ὦ κατασκαφής οἴκησις αἰείφρουρος, οἷ πορεύομαι πρὸς τοὺς ἐμαυτῆς -> Tomb, bridal chamber, eternal prison in the caverned rock, whither I go to find mine own.
Sophocles, Antigone, 883

Greek Monolingual

η, Ν
1. τεχνολ. κτιστή δεξαμενή νερού που είναι κατασκευασμένη με τη βάση της στο έδαφος
2. ζωολ. γένος λαρόμορφων πτηνών.
[ΕΤΥΜΟΛ. Η λ. έχει σχηματιστεί κατ' απόσπαση από το αρχ. κιστέρνα (< λατ. cisterna «δεξαμενή» < αρχ. ελλ. κίστη)].