Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Difference between revisions of "στομίας"

Μή, φίλα ψυχά, βίον ἀθάνατον σπεῦδε, τὰν δ' ἔμπρακτον ἄντλει μαχανάν -> Oh! my soul do not aspire to eternal life, but exhaust the limits of the possible
Pindar, Pythian, 3.61f.
(11)
 
m (Text replacement - "<b class="b3">, ὁ</b>" to ", ὁ")
(2 intermediate revisions by the same user not shown)
Line 8: Line 8:
 
|Transliteration C=stomias
 
|Transliteration C=stomias
 
|Beta Code=stomi/as
 
|Beta Code=stomi/as
|Definition=ου<b class="b3">, ὁ</b> (sc. <b class="b3">ἵππος</b>),= <b class="b3">στόμις</b> (q.v.), <span class="sense"><p>&nbsp;&nbsp;&nbsp;<span class="bld">A</span> <b class="b2">hard-mouthed horse</b>, <span class="bibl">Afric.<span class="title">Cest.</span>p.21</span> V., Suid.</span>
+
|Definition=ου, ὁ (sc. <b class="b3">ἵππος</b>),= <b class="b3">στόμις</b> (q.v.), <span class="sense"><p>&nbsp;&nbsp;&nbsp;<span class="bld">A</span> <b class="b2">hard-mouthed horse</b>, <span class="bibl">Afric.<span class="title">Cest.</span>p.21</span> V., Suid.</span>
 +
}}
 +
{{pape
 +
|ptext=[[https://www.translatum.gr/images/pape/pape-02-0948.png Seite 948]] ὁ, [[ἵππος]], ein hartmäuliges Pferd, VLL. S. [[στόμις]].
 +
}}
 +
{{grml
 +
|mltxt=ο, ΝΑ<br /><b>νεοελλ.</b><br /><b>ζωολ.</b> [[γένος]] βαθυπελαγικών τελεόστεων σολομονόμορφων ψαριών της οικογένειας στομιατίδες, που απαντούν στη Μεσόγειο και στον Ατλαντικό Ωκεανό και από τα οποία στις ελληνικές θάλασσες απαντά το [[είδος]] Stomias boa<br /><b>αρχ.</b><br />(για ίππο) [[ατίθασος]].<br />[<b><span style="color: brown;">ΕΤΥΜΟΛ.</span></b> <span style="color: red;"><</span> [[στόμα]] <span style="color: red;">+</span> [[επίθημα]] -<i>ίας</i> (<b>πρβλ.</b> <i>ξιφ</i>-<i>ίας</i>)].
 
}}
 
}}

Revision as of 10:00, 14 September 2019

Full diacritics: στομίας Medium diacritics: στομίας Low diacritics: στομίας Capitals: ΣΤΟΜΙΑΣ
Transliteration A: stomías Transliteration B: stomias Transliteration C: stomias Beta Code: stomi/as

English (LSJ)

ου, ὁ (sc. ἵππος),= στόμις (q.v.),

   A hard-mouthed horse, Afric.Cest.p.21 V., Suid.

German (Pape)

[Seite 948] ὁ, ἵππος, ein hartmäuliges Pferd, VLL. S. στόμις.

Greek Monolingual

ο, ΝΑ
νεοελλ.
ζωολ. γένος βαθυπελαγικών τελεόστεων σολομονόμορφων ψαριών της οικογένειας στομιατίδες, που απαντούν στη Μεσόγειο και στον Ατλαντικό Ωκεανό και από τα οποία στις ελληνικές θάλασσες απαντά το είδος Stomias boa
αρχ.
(για ίππο) ατίθασος.
[ΕΤΥΜΟΛ. < στόμα + επίθημα -ίας (πρβλ. ξιφ-ίας)].