Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

συγκρατώ

Revision as of 12:35, 29 September 2017 by Spiros (talk | contribs) (39)
(diff) ← Older revision | Latest revision (diff) | Newer revision → (diff)
Φιλοκαλοῦμέν τε γὰρ μετ' εὐτελείας καὶ φιλοσοφοῦμεν ἄνευ μαλακίας -> Our love of what is beautiful does not lead to extravagance; our love of the things of the mind does not makes us soft.
Τhucydides, 2.40.1

Greek Monolingual

συγκρατῶ, -έω, ΝΜΑ κρατῶ
1. υποστηρίζω κάποιον ή κάτι για να μην πέσει (α. «το τοίχωμα θα συγκρατήσει τα χώματα» β. «την τελευταία στιγμή τον συγκράτησε και δεν έπεσε στη θάλασσα»)
2. κρατώ κάτι μέσα μου, δεν το αφήνω να εκδηλωθεί
νεοελλ.
1. αναχαιτίζω, παρεμποδίζω, ανακόπτω πορεία ή λειτουργία, σταματώ (α. «τα κυβερνητικά μέτρα δεν συγκράτησαν τον πληθωρισμό» β. «ευτυχώς συγκράτησε τον σκύλο του έγκαιρα, πριν να μού χυμήξει»)
2. μέσ. συγκρατούμαι
χαλιναγωγώ τις ορμές και τα πάθη μου, επιβάλλομαι στον εαυτό μου
3. φρ. «συγκρατώ τις τιμές» — διατηρώ τις τιμές σε ορισμένο επίπεδο
αρχ.
1. κρατώ δύο πράγματα ενωμένα το ένα με το άλλο, τά κρατώ σφιχτά
2. έχω την εξουσία μαζί με κάποιον άλλο.

Greek Monolingual

συγκρατῶ, -έω, ΝΜΑ κρατῶ
1. υποστηρίζω κάποιον ή κάτι για να μην πέσει (α. «το τοίχωμα θα συγκρατήσει τα χώματα» β. «την τελευταία στιγμή τον συγκράτησε και δεν έπεσε στη θάλασσα»)
2. κρατώ κάτι μέσα μου, δεν το αφήνω να εκδηλωθεί
νεοελλ.
1. αναχαιτίζω, παρεμποδίζω, ανακόπτω πορεία ή λειτουργία, σταματώ (α. «τα κυβερνητικά μέτρα δεν συγκράτησαν τον πληθωρισμό» β. «ευτυχώς συγκράτησε τον σκύλο του έγκαιρα, πριν να μού χυμήξει»)
2. μέσ. συγκρατούμαι
χαλιναγωγώ τις ορμές και τα πάθη μου, επιβάλλομαι στον εαυτό μου
3. φρ. «συγκρατώ τις τιμές» — διατηρώ τις τιμές σε ορισμένο επίπεδο
αρχ.
1. κρατώ δύο πράγματα ενωμένα το ένα με το άλλο, τά κρατώ σφιχτά
2. έχω την εξουσία μαζί με κάποιον άλλο.