Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

συμπολεμιστής

Revision as of 12:37, 29 September 2017 by Spiros (talk | contribs) (39)
(diff) ← Older revision | Latest revision (diff) | Newer revision → (diff)
Γηράσκω δ᾽ αἰεὶ πολλὰ διδασκόμενος -> I grow old always learning many things
Solon the Athenian

Greek Monolingual

ο, θηλ. συμπολεμίστρια Ν
αυτός που πολεμά μαζί με κάποιον άλλο, συμμαχητής.
[ΕΤΥΜΟΛ. < συν- + πολεμιστής. Η λ. συμπολεμιστής μαρτυρείται από το 1887 στον Χαρ. Άννινο].

Greek Monolingual

ο, θηλ. συμπολεμίστρια Ν
αυτός που πολεμά μαζί με κάποιον άλλο, συμμαχητής.
[ΕΤΥΜΟΛ. < συν- + πολεμιστής. Η λ. συμπολεμιστής μαρτυρείται από το 1887 στον Χαρ. Άννινο].