Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

συνάδω

Revision as of 12:36, 29 September 2017 by Spiros (talk | contribs) (39)
(diff) ← Older revision | Latest revision (diff) | Newer revision → (diff)
Φιλοκαλοῦμέν τε γὰρ μετ' εὐτελείας καὶ φιλοσοφοῦμεν ἄνευ μαλακίας -> Our love of what is beautiful does not lead to extravagance; our love of the things of the mind does not makes us soft.
Τhucydides, 2.40.1

Greek Monolingual

συνᾴδω ΝΑ, και ποιητ. τ. συναείδω Α
1. άδω μαζί με άλλον, συνοδεύω το άσμα
2. βρίσκομαι σε συμφωνία, σε αρμονία με κάποιον ή με κάτι
νεοελλ.
(συν. τριτοπρόσ.) συνάδει
αρμόζει, ταιριάζει
αρχ.
εξυμνώ από κοινού.
[ΕΤΥΜΟΛ. < συν- + ᾄδω / ἀείδω «τραγουδώ»].

Greek Monolingual

συνᾴδω ΝΑ, και ποιητ. τ. συναείδω Α
1. άδω μαζί με άλλον, συνοδεύω το άσμα
2. βρίσκομαι σε συμφωνία, σε αρμονία με κάποιον ή με κάτι
νεοελλ.
(συν. τριτοπρόσ.) συνάδει
αρμόζει, ταιριάζει
αρχ.
εξυμνώ από κοινού.
[ΕΤΥΜΟΛ. < συν- + ᾄδω / ἀείδω «τραγουδώ»].