Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

συνάδω

Γηράσκω δ᾽ αἰεὶ πολλὰ διδασκόμενος -> I grow old always learning many things
Solon the Athenian

Greek Monolingual

συνᾴδω ΝΑ, και ποιητ. τ. συναείδω Α
1. άδω μαζί με άλλον, συνοδεύω το άσμα
2. βρίσκομαι σε συμφωνία, σε αρμονία με κάποιον ή με κάτι
νεοελλ.
(συν. τριτοπρόσ.) συνάδει
αρμόζει, ταιριάζει
αρχ.
εξυμνώ από κοινού.
[ΕΤΥΜΟΛ. < συν- + ᾄδω / ἀείδω «τραγουδώ»].

Greek Monolingual

συνᾴδω ΝΑ, και ποιητ. τ. συναείδω Α
1. άδω μαζί με άλλον, συνοδεύω το άσμα
2. βρίσκομαι σε συμφωνία, σε αρμονία με κάποιον ή με κάτι
νεοελλ.
(συν. τριτοπρόσ.) συνάδει
αρμόζει, ταιριάζει
αρχ.
εξυμνώ από κοινού.
[ΕΤΥΜΟΛ. < συν- + ᾄδω / ἀείδω «τραγουδώ»].