Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

συνάδω

Μή, φίλα ψυχά, βίον ἀθάνατον σπεῦδε, τὰν δ' ἔμπρακτον ἄντλει μαχανάν -> Oh! my soul do not aspire to eternal life, but exhaust the limits of the possible
Pindar, Pythian, 3.61f.

Greek Monolingual

συνᾴδω ΝΑ, και ποιητ. τ. συναείδω Α
1. άδω μαζί με άλλον, συνοδεύω το άσμα
2. βρίσκομαι σε συμφωνία, σε αρμονία με κάποιον ή με κάτι
νεοελλ.
(συν. τριτοπρόσ.) συνάδει
αρμόζει, ταιριάζει
αρχ.
εξυμνώ από κοινού.
[ΕΤΥΜΟΛ. < συν- + ᾄδω / ἀείδω «τραγουδώ»].

Greek Monolingual

συνᾴδω ΝΑ, και ποιητ. τ. συναείδω Α
1. άδω μαζί με άλλον, συνοδεύω το άσμα
2. βρίσκομαι σε συμφωνία, σε αρμονία με κάποιον ή με κάτι
νεοελλ.
(συν. τριτοπρόσ.) συνάδει
αρμόζει, ταιριάζει
αρχ.
εξυμνώ από κοινού.
[ΕΤΥΜΟΛ. < συν- + ᾄδω / ἀείδω «τραγουδώ»].