Open main menu

LSJ β

συνάδω

Greek Monolingual

συνᾴδω ΝΑ, και ποιητ. τ. συναείδω Α
1. άδω μαζί με άλλον, συνοδεύω το άσμα
2. βρίσκομαι σε συμφωνία, σε αρμονία με κάποιον ή με κάτι
νεοελλ.
(συν. τριτοπρόσ.) συνάδει
αρμόζει, ταιριάζει
αρχ.
εξυμνώ από κοινού.
[ΕΤΥΜΟΛ. < συν- + ᾄδω / ἀείδω «τραγουδώ»].

Greek Monolingual

συνᾴδω ΝΑ, και ποιητ. τ. συναείδω Α
1. άδω μαζί με άλλον, συνοδεύω το άσμα
2. βρίσκομαι σε συμφωνία, σε αρμονία με κάποιον ή με κάτι
νεοελλ.
(συν. τριτοπρόσ.) συνάδει
αρμόζει, ταιριάζει
αρχ.
εξυμνώ από κοινού.
[ΕΤΥΜΟΛ. < συν- + ᾄδω / ἀείδω «τραγουδώ»].