Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

συνενώνω

Revision as of 12:43, 29 September 2017 by Spiros (talk | contribs) (39)
(diff) ← Older revision | Latest revision (diff) | Newer revision → (diff)
Φοβοῦ τὸ γῆρας, οὐ γὰρ ἔρχεται μόνον -> Fear old age, for it never comes alone
Menander

Greek Monolingual

συνενῶ, -όω, ΝΜΑ [[ἑνῶ, -ώνω]]
ενώνω, συνδέω, συνάπτω
νεοελλ.
1. οδηγώ σε κοινή δράση ή διάθεση, οδηγώ σε ένωση («τα κόμματα της αντιπολίτευσης συνενώθηκαν κατά της κυβέρνησης στο θέμα αυτό»)
2. συσσωματώνω, συγκροτώ
αρχ.
(στη γραμματική) σχηματίζω σύνθετο.

Greek Monolingual

συνενῶ, -όω, ΝΜΑ [[ἑνῶ, -ώνω]]
ενώνω, συνδέω, συνάπτω
νεοελλ.
1. οδηγώ σε κοινή δράση ή διάθεση, οδηγώ σε ένωση («τα κόμματα της αντιπολίτευσης συνενώθηκαν κατά της κυβέρνησης στο θέμα αυτό»)
2. συσσωματώνω, συγκροτώ
αρχ.
(στη γραμματική) σχηματίζω σύνθετο.