Open main menu

LSJ β

συνομοταξία

Greek Monolingual

η, Ν
1. βιολ. παλαιότερη ονομασία ανώτατης ιεραρχικής κατηγορίας ταξινόμησης τών ζώων
2. μτφ. (με κακή σημ.) σύνολο ανθρώπων με κοινές ιδιότητες ή κοινούς σκοπούς («ανήκει στη συνομοταξία τών μονίμως παραπονουμένων»).
[ΕΤΥΜΟΛ. < συν- + ομοταξία «βιολ. ταξινομική ομάδα ζώων ή φυτών». Η λ. μαρτυρείται από το 1873 στον Αιμ. Νοννότη].