Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

σφράγιση

Revision as of 12:56, 29 September 2017 by Spiros (talk | contribs) (40)
(diff) ← Older revision | Latest revision (diff) | Newer revision → (diff)
Ὁ δ' ἀνεξέταστος βίος οὐ βιωτὸς ἀνθρώπῳ -> The unexamined life is not worth living
Plato, Apology of Socrates 38a

Greek Monolingual

η, Ν σφραγίζω
1. η ενέργεια του σφραγίζω, η επίθεση σφραγίδας
2. επίθεση αμαλγάματος σε τερηδονισμένο δόντι
3. (πολ. δικ.) θέση ειδικών σφραγίδων σε κατάλληλα σημεία ακινήτων ή κινητών πραγμάτων, ώστε να ελέγχεται το απαραβίαστο τών χώρων τους και τών πραγμάτων που οι χώροι αυτοί περιέχουν από κάθε μονομερή επέμβαση αφαίρεσης, αλλοίωσης ή αντικατάστασης τους
4. εκκλ. ο σφραγισμένος άρτος, το πρόσφορο.