Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

σφραγιδόλιθος

Revision as of 12:53, 29 September 2017 by Spiros (talk | contribs) (40)
(diff) ← Older revision | Latest revision (diff) | Newer revision → (diff)
Γελᾷ δ' ὁ μωρός, κἄν τι μὴ γέλοιον ᾖ -> The fool laughs even when there's nothing to laugh at
Menander

Greek Monolingual

ο, Ν
πολύτιμος ή ημιπολύτιμος λίθος που ήταν συνήθως ένθετος σε δαχτυλίδι και είχε έγγλυφες ή ανάγλυφες παραστάσεις, γράμματα ή και επιγραφές και χρησίμευε για σφράγιση.
[ΕΤΥΜΟΛ. < σφραγίδα + λίθος. Η λ. μαρτυρείται από το 1897 στο Λεξικόν Ελληνογαλλικόν του Άγγ. Βλάχου].