Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

σωθικά

Revision as of 12:45, 29 September 2017 by Spiros (talk | contribs) (40)
(diff) ← Older revision | Latest revision (diff) | Newer revision → (diff)
τύμβος, ὦ νυμφεῖον, ὦ κατασκαφής οἴκησις αἰείφρουρος, οἷ πορεύομαι πρὸς τοὺς ἐμαυτῆς -> Tomb, bridal chamber, eternal prison in the caverned rock, whither I go to find mine own.
Sophocles, Antigone, 883

Greek Monolingual

τα, Ν
1. τα σπλάγχνα, τα εντόσθια
2. φρ. «μού τρώει [ή μού καίει] τα σωθικά» — μέ βασανίζει πάρα πολύ, με φθείρει σωματικά και ψυχικά.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ἐσωθικά, πληθ. ουδ. ενός επιθ. ἐσωθικός < ἔσωθεν, με σίγηση του αρκτικού άτονου ε-].